Η Εις Άδου Κάθοδος
EIKONA: Ο Χριστός στο κέντρο, φορά
λαμπρόχρωμα ενδύματα και βρίσκεται μέσα σε δόξα, κρατά τα χέρια του Αδάμ και
της Εύας και τους σηκώνει από το θάνατο, στον οποίο τους είχε οδηγήσει η
εσφαλμένη επιλογή τους στον Παράδεισο. Με την κίνηση αυτή, η οποία είναι
δυναμική, θα λέγαμε εκρηκτική, η προσοχή μας στρέφεται αμέσως στο κεντρικό
νόημα της παράστασης: «καὶ σὺν ἑαυτῷ τὸν Ἀδὰμ ἐγείραντα»,
η Σωτηρία του ανθρώπου. Είναι χαρακτηριστικό ότι και οι δύο βγαίνουν από
τάφους. Ο Χριστός πατά γερά σε δύο κομμάτια ξύλου. Πρόκειται για τις πύλες
(πόρτες) του Άδη τις οποίες ο Χριστός έσπασε με τη χάρη του σταυρού Του. Με το
θάνατό του έκλεισαν, αλλά δεν στάθηκαν αρκετά ισχυρές για να τον κρατήσουν
δέσμιό τους. Γύρω γύρω υπάρχουν καταστραμμένα, σκορπισμένα και αχρηστευμένα τα
κλείθρα και οι αλυσίδες που μέχρι τότε έκλειναν την οδό διαφυγής από τον Άδη.
Κάτω από όλα αυτά φαίνεται το μαύρο χρώμα του Άδη, το οποίο μέχρι την Ανάσταση
αποτελούσε το τέλος για τον άνθρωπο. Δεξιά και αριστερά από τον Χριστό
συνωστίζονται οι άνθρωποι που είχαν ζήσει στη γη πριν από τον Χριστό. Όλοι
προσδοκούν τη σωτηρία τους στρεφόμενοι προς Αυτόν. Ανάμεσά τους διακρίνουμε
πρώτον τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, αλλά και τους δικαίους και τους προφήτες
της Παλαιάς Διαθήκης, όπως ο βασιλιάς και προφήτης Δαβίδ.
Ο ΑΔΗΣ: Με την υποταγή του κόσμου
στην εξουσία του κακού, αμέσως μετά την Πτώση των Πρωτοπλάστων, ο άνθρωπος
αποκόπηκε από το Θεό και φυλακίσθηκε στον Άδη. Στον Άδη ο άνθρωπος “ζούσε”
δυστυχισμένα επειδή ήταν αποκομμένος από το Θεό που είναι η πηγή της
πραγματικής ζωής. Σ' αυτόν τον τραγικό χώρο της δυστυχίας και απελπισίας
κατέβηκε ο Χριστός για να ελευθερώσει τους αιωνίους αιχμαλώτους, που βρίσκονταν
εκεί χωρίς τη θέλησή τους. Οι θύρες του Άδη, όπου κατέβηκε ο Κύριος άνοιξαν για
να μπορέσουν να διαφύγουν οι αιχμάλωτοί του.
Η
ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ: η Κάθοδος του Χριστού στον Άδη κατέχει εξέχουσα
θέση στην διδασκαλία της πίστεώς μας. Ο θρίαμβος του Θεανθρώπου κατά του Άδου
και του θανάτου, άρχιζε ακριβώς από εκεί, όπου οι εχθροί του νόμισαν ότι Τον
νίκησαν και Τον εξαφάνισαν. Τα όργανα των φαρισαίων,≪ησφαλίσαντο τον τάφον του
Ιησού, σφραγίσαντες τον τάφον μετά της κουστωδίας≫ (Ματθ. κζ΄ 66). Όμως η νίκη που κέρδισε ο
Κύριος επί του σταυρού, επεκτεινόταν στον Άδη. Ο θάνατος γεννήθηκε από την
αμαρτία. Εάν βρισκόταν κάποιος τελείως αναμάρτητος, ο
θάνατος δεν θα μπορούσε να τον κρατήσει δέσμιο. Και τέτοιος ακριβώς, υπήρξε
κατά την ανθρώπινη φύση του, ο Κύριος, ≪ο
οποίος αμαρτίαν ουκ εποίησεν, ουδέ ευρέθη δόλος εν τω στόματι αυτού≫. (Α΄ Πέτ. β΄ 22). Έτσι, ο
Άδης, όχι μόνο δεν μπόρεσε να τον κρατήσει, αλλά το βασίλειό του κατελήθη. Στο
πρόσωπο του Χριστού, δικαιώθηκε και λυτρώθηκε, ολόκληρο το ανθρώπινο γένος. Γι’
αυτό άλλωστε ο Σταυρός του Κυρίου έγινε ≪τρόπαιον της κατά της θανάτου τυρρανίδος≫(Ιω. Χρυσόστομος). Ο Άγιος
Γρηγόριος Νύσσης, τονίζει: ≪Δια του
θανάτου έστησεν, (σταμάτησε) της φθοράς την ενέργειαν, και τούτο εστιν η του
θανάτου κατάλυσις, ≫.
Διπλή λοιπόν η νίκη του Χριστού: Κατέλυσε το κράτος της
φθοράς εισάγοντας τον άνθρωπο στην εποχή της αφθαρσίας, και κατέβηκε στον Άδη,
μα εξήλθε νικητής καταλύοντας το βασίλειο του θανάτου, χαρίζοντας στον άνθρωπο
την αθανασία. Ο απόστολος Πέτρος γράφει: ≪Ότι και ο Χριστός, άπαξ περί αμαρτιών έπαθεν,
δίκαιος υπέρ αδίκων, ίνα ημάς προσαγάγει τω Θεώ, θανατωθείς μεν σαρκί,
ζωοποιηθείς δε πνεύματι. Εν ο και τοις εν φυλακή πνεύμασιν πορευθείς εκήρυξε.≫ (Α΄ Πέτ. γ΄ 18-20). Δηλώνει
με σαφήνεια την εις Άδου κάθοδον του Κυρίου, αναφέροντας το κήρυγμα προς τις
ψυχές των προαποθανόντων, όπως ακριβώς εκήρυξε νωρίτερα στον κόσμο των ζώντων.
Για την ίδια σωτηριώδη αλήθεια, διαβάζουμε: ≪αναβάς εις ύψος, ηχμαλώτευσεν αιχμαλωσίαν. Έδωκε
δώματα τοις ανθρώποις. Το δε≪ανέβη≫ τι εστίν, ει μη ότι και
κατέβη εις τα κατώτερα μέρη της γης;≫ (Εφεσ.
δ΄8,9) για να προσθέσει ο Απ. Παύλος: ≪Εις
τούτο γαρ Χριστός απέθεναν και έζησεν, ίνα και νεκρών και ζώντων κυριεύσει≫ (Ρωμ. ιδ΄ 9). Διαβάζουμε
στην Αποκάλυψη τα λόγια του Κυρίου: ≪Μη
φοβού. Εγώ ειμι ο Πρώτος και ο Έσχατος και ο Ζων. Και εγενόμην νεκρός, και
ιδού, ζων ειμί εις τους αιώνας των αιώνων. Και έχω τας κλεις του θανάτου και
του Άδου≫(Αποκ. α΄ 17,18).
Όταν λοιπόν ο Χριστός εμφανίσθηκε στον Άδη, ζωοποίησε τους
νεκρούς που πίστεψαν στο κήρυγμά του και περισσότερο, αυτούς που τον ανέμεναν,
όπως οι προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος τονίζει: ≪οι προφήτες της Παλαιάς
Διαθήκης, όντες πνευματικοί μαθητές του Χριστού, τον προσδοκούσαν σαν
διδάσκαλο. Και γι’ αυτό, αυτόν τον οποίο δικαίως ανέμεναν, όταν παρουσιάσθηκε,
τους ήγειρε εκ νεκρών.”. Κατά την Καινή Διαθήκη έπρεπε ο Κύριος να πάθει και να
πεθάνει: ≪ Ἐπειδὴ
λοιπὸν τὰ παιδιὰ ἔχουν
αἷμα καὶ
σάρκα, διὰ τοῦτο καὶ
αὐτός, κατὰ
παρόμοιον τρόπον, ἔγινε
μέτοχος τῶν ἰδίων, διὰ
νὰ καταργήσῃ
διὰ τοῦ
θανάτου ἐκεῖνον
ποὺ ἔχει
τὴν δύναμιν τοῦ
θανάτου, δηλαδὴ τὸν διάβολον,.” (Εβρ. β΄ 14,15).
Μ' αυτά αντιλαμβανόμαστε πως είναι ξεκάθαρη και αγιογραφικά
τεκμηριωμένη η κοινή πίστη των πρώτων Χριστιανών στην κάθοδο του Χριστού στον
Άδη, και η λύτρωση των μέχρι τότε δεσμίων νεκρών, όσων επίστευσαν στον Χριστό
ως Σωτήρα. Ο Κλήμης Αλεξανδρείας γράφει: “Νομίζω πως ο Σωτήρας ενεργεί, επειδή
ακριβώς έργο του είναι να σώζει. Αυτό ακριβώς έκανε. (...) Για κανέναν άλλο
λόγο δεν κατέβηκε στον Άδη, παρά να κηρύξει και εκεί≫. Εύκολα μπορούμε, όμως, να
αναρωτηθούμε: “Πού πήγαν οι εν Άδη πιστεύσαντες;” Κατά τους Αγίους Πατέρες αυτό
που συνέβη στους αποθανόντας δικαίους δεν είναι η τελική ανάσταση, δηλαδή η
ανάσταση των σωμάτων, αλλά η πρώτη ανάσταση, που αφορά την ψυχή του ανθρώπου,
που όταν ενωθεί με τη ζωή του Χριστού, λυτρώνεται από τον θάνατο της αμαρτίας,
και ανίσταται πνευματικά. Όλοι αυτοί οι εν Άδη, που απεδέχθησαν το κήρυγμα του
Ευαγγελίου πιστεύοντας στον Χριστό, συναριθμήθηκαν και συνενώθηκαν στο
οικοδόμημα του Χριστού, στη θριαμβεύουσα Εκκλησία.
Η ΕΟΡΤΗ: Την
Κάθοδο του Κυρίου στόν Άδη εορτάζει πανηγυρίζοντας η Εκκλησία κατά τό Μέγα
Σάββατο. Η Κάθοδος του Χριστού στόν Άδη εἶναι ένα άρθρο πίστης,
και ένα βέβαιο δεδομένο. Έπρεπε να γίνει αυτή η φοβερή κάθοδος για να μπορέσει
ο Χριστός να ≪πληρώση
τά πάντα≫ και να βασιλεύσει ως
Κύριος στό Σύμπαν (Εφεσ. δ´ 6). Η Εκκλησία ομολογεί, ότι ο Ιησούς Χριστός είναι
Κύριος στον ουρανό μετά την ανάβασή του εκ νεκρών. Συνέπεια της ταφής του
Κυρίου για τον άνθρωπο είναι η αφθαρσία και η καινοποίησι της φύσης του. Όπως η
αμαρτία έφερε τη φθορά, σαν νέκρωση και χωρισμό από το Θεό, έτσι η ανακαίνιση
και η αφθαρσία υπήρξαν ο καρπός, μέσω της Καθόδου του Κυρίου στον Άδη, της
θείας ενανθρώπησης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου