Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019

Β΄ Γυμνασίου ΟΙ ΑΙΡΕΣΕΙΣ slideshare



https://www.slideshare.net/ssuser703132/g-14-oi-aireseis?next_slideshow=1

ΟΙ ΑΙΡΕΣΕΙΣ    
Η εκκλησία στους τρεις πρώτους αιώνες δεν δοκιμάστηκε μόνο από τους διωγμούς. Ταλαιπωρήθηκε και από τους αιρετικούς. Οι αιρετικοί βγήκαν από τα σπλάχνα της εκκλησίας και την έφεραν σε κίνδυνο με τις διδασκαλίες τους. Η εκκλησία τους ανταγωνίστηκε  με την Αγία Γραφή και την ορθόδοξη διδασκαλία της. Αυτή διατυπώθηκε από τους Πατέρες της εκκλησίας στις αποφάσεις των οικουμενικών συνόδων και αποκρυσταλλώθηκε στο Σύμβολο της Πίστεως.  
Προέλευση: Η λέξη αίρεση παράγεται από το ρήμα αιρέομαι, που σημαίνει προτιμώ. Μερικοί χριστιανοί έβλεπαν ότι δεν μπορούσαν να εννοήσουν με το λογικό τους ορισμένες αλήθειες της πίστεως. Το μυστήριο της Αγίας Τριάδας, η θεανθρώπινη φύση του Ιησού Χριστού και άλλα δεν χωρούσαν στο μυαλό τους. Κατέφυγαν λοιπόν σε ανατολικές θρησκείες από όπου και πήραν κατά προτίμηση διάφορες αντιλήψεις για τον θεό και το έργο του στον κόσμο. Τις αντιλήψεις αυτές τις ανακάτεψαν με χριστιανικές αλήθειες. Το αποτέλεσμα ήταν η διάβρωση της χριστιανικής πίστεως.
Οι χριστιανικές διδασκαλίες δεν είναι δυνατό να γίνουν κατανοητές από το λογικό του ανθρώπου. Οι αλήθειες αυτές είναι υπερφυσικές και έτσι ξεπερνούν το λογικό μας. Εδώ το λόγο έχει η πίστη, που είναι μια εσωτερική και αόρατη  πεποίθηση.
Οι αιρέσεις των τριών πρώτων αιώνων διαιρούνται σε Ιουδαΐζουσες και Γνωστικές. Οι πρώτες έχουν τις ρίζες τους στην Ιουδαϊκή θρησκεία, οι Γνωστικοί έλεγαν ότι ο θεός τους αποκάλυψε μια ιδιαίτερη και κρυφή γνώση. Γι’ αυτούς η ύλη είναι κακό και δημιουργός της είναι ο θεός της Παλαιάς Διαθήκης. Τον ξεχώριζαν από τον αγαθό θεό της Καινής Διαθήκης. Το σώμα του ανθρώπου το θεωρούσαν μισητό και άξιο περιφρονήσεως. Η ενανθρώπιση του Ιησού Χριστού γι’ αυτούς δεν ήταν πραγματική, αλλά φαινομενική. Σπουδαιότεροι Γνωστικοί ήταν ο Μαρκίων και ο Βασιλείδης. Το 1946 στην Αίγυπτο βρέθηκαν σε πιθάρι Γνωστικά συγγράμματα σε κοπτική γλώσσα. Είναι οι περίφημοι Γνωστικοί πάπυροι που μας αποκάλυψαν πολλά για την αίρεση αυτή.
Τους Γνωστικούς τους πολέμησε ο επίσκοπος Ειρηναίος, αυτός γεννήθηκε το 140 μ.Χ. στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας. Υπηρέτησε ως επίσκοπος στην Λυών της Γαλλίας. Έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο: « Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου Γνώσεως». Με αυτό πολεμά την ψευτικη γνώση των αιρετικών αντιπαραβάλλοντάς την  με την γνήσια παράδοση της εκκλησίας. Η αλήθεια για τον Ειρηναίο βρίσκεται στα αναγνωρισμένα από την εκκλησία βιβλία της Αγίας Γραφής, και στην Αποστολική παράδοση. Σ’ αυτή φυλάγεται η ορθή πίστη που οι Απόστολοι παρέδωσαν στους διαδόχους τους επισκόπους.
Επιπτώσεις των αιρέσεων
Οι αιρέσεις διαίρεσαν την Εκκλησία. Δημιούργησαν εντάσεις και συγκρούσεις, που άφηναν πληγές και προκαλούσαν εχθρότητες και ψυχικό διχασμό μεταξύ των
χριστιανών. Κατ’ αρχάς, η εγωιστική παραμονή των αιρετικών στις κακοδοξίες τους τούς απέκοψε από την παράδοση και από το σώμα της Εκκλησίας.
Κατόπιν, η αγάπη αντικαταστάθηκε από την εμπάθεια και το μίσος, η αδελφοσύνη από την καχυποψία. Χριστιανοί συγκρούονται μεταξύ τους,
διαπληκτίζονται και αλληλοϋποβλέπονται. Δείχνουν τον χειρότερό τους εαυτό. Η Εκκλησία δεν κλονίζεται, αλλά σπαράσσεται από εσωτερικές διαμάχες που επιτρέπουν στην πολιτεία και στον αυτοκράτορα να παρέμβει και να αναμειχθεί στα θεολογικά ζητήματα.
Η ανάμειξη αυτή θεμελιωνόταν στην ιδέα ότι τα θέματα της Εκκλησίας σχετίζονται με την ευημερία της κοινωνίας και, συνεπώς, υπάγονται στην αρμοδιότητα του κράτους και του αυτοκράτορα. Ως στόχο είχε: 1. την ειρήνευση της Εκκλησίας και 2. την αποκατάσταση της κοινωνικής τάξης και ηρεμίας, οι οποίες με τις θεολογικές έριδες διασαλεύονταν. Συγχρόνως, πληθυσμοί της Αιγύπτου και της Συρίας, όπου υπήρχαν πολλοί μονοφυσίτες, αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν τις αιρετικές τους αντιλήψεις και άρχιζαν να συγκρούονται με την κεντρική εξουσία. Το πρόβλημα γινόταν οξύτερο, όταν ανώτατοι κρατικοί υπάλληλοι και αντιπρόσωποι του αυτοκράτορα προσπαθούσαν να επιβάλουν την πολιτική της κυβέρνησης. Οι περιοχές αυτές της Ανατολής σταδιακά απομακρύνθηκαν πνευματικά από τη βυζαντινή αυτοκρατορία και γίνονταν εύκολη λεία για τους εχθρούς της, γεγονός που αργότερα επέφερε και την πολιτική τους απόσχιση από την αυτοκρατορία, με οδυνηρές πολιτικές συνέπειες για το βυζαντινό κράτος.
Οι πνευματικές ζυμώσεις που αναπτύχθηκαν στο ευρύτερο πλαίσιο της χριστιανικής πίστης είχαν ως αποτέλεσμα τις διάφορες αιρέσεις, που ήταν κράμα θρησκευτικών αντιλήψεων από τον Ιουδαϊσμό ή τον ελληνορωμαϊκό κόσμο.
Οι μεγαλύτερες αιρέσεις, είναι:
Ο Αρειανισμός, προϊόν των θρησκευτικών δοξασιών του πρεσβυτέρου της Αλεξανδρείας Αρείου, ο οποίος διακήρυξε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός και «ομοούσιος» με τον Πατέρα του αλλά κτίσμα του Θεού. Ο Αρειανισμός, όταν αρνείται τη θεότητα του Ιησού, απορρίπτει και το απολυτρωτικό Του έργο. Ο άνθρωπος, κατά συνέπεια, παραμένει δέσμιος της αμαρτίας και του θανάτου, αφού ο Χριστός δεν είναι Θεός και δεν μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο σε κοινωνία με τον Θεό και επομένως, στη σωτηρία. • Ο Νεστοριανισμός, η διδασκαλία του αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου, ο οποίος υπερτόνιζε την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Η Παναγία, κατά τον Νεστόριο, πρέπει να ονομάζεται Χριστοτόκος κι όχι Θεοτόκος, αφού γέννησε τον άνθρωπο Χριστό στον οποίο «ενοίκησε» (κατοίκησε) ο Θείος Λόγος. Στον Νεστοριανισμό, η υποτίμηση της θεϊκής φύσης του Ιησού μειώνει το γεγονός της λύτρωσης που προσέφερε ο Χριστός. Αποκλείεται, όπως και στον Αρειανισμό, η ένωση Θεού και ανθρώπου, αφού ο Ιησούς είναι μόνο ένα ηθικό πρότυπο ανθρώπου και όχι Θεάνθρωπος.
Ο Μονοφυσιτισμός. Ο αρχιμανδρίτης Ευτυχής, για να αντιμετωπίσει την αίρεση του Νεστορίου, οδηγήθηκε στο άλλο άκρο. Υποστήριξε ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είχε δύο φύσεις, τη θεία και την ανθρώπινη, αλλά μόνο μία φύση, τη θεία, η οποία απορρόφησε την ανθρώπινη. Στον Μονοφυσιτισμό, επομένως, ο Θεός
παρουσιάζεται φαινομενικά ως άνθρωπος. Αν, όμως, στο πρόσωπο του Ιησού δεν είναι ενωμένη η θεία και η ανθρώπινη φύση, τότε η σωτηρία εξαρτάται μόνο από τον Θεό, αφού ο άνθρωπος δεν έχει καμιά συμμετοχή σ’ αυτήν.

Ερωτήσεις : 1) Εκτός από την βλάβη που προξένησαν στην εκκλησία οι αιρέσεις, μήπως την ωφέλησαν κιόλας;  2) Τι οδήγησε τους αιρετικούς στην εκτροπή τους από τις αλήθειες της πίστεως; 3) Πως αντιμετώπισε η εκκλησία τους αιρετικούς; 4) Ποιες είναι οι συνέπειες των αιρέσεων για τη βυζαντινή αυτοκρατορία; 5) Ποιες βασικές αιρέσεις γνωρίζεται;


Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2019

Χριστιανισμός - Ελληνισμός (σχολικού βιβλίου)


                                 Χριστιανισμός - Ελληνισμός
α. Η συνάντηση Χριστιανισμού και Ελληνισμού
Η προετοιμασία για τη γνωριμία του ελληνικού πολιτισμού με τον Χριστιανισμό ξεκίνησε τον 3ο π.Χ. αι. από τον Μ. Αλέξανδρο και τους διαδόχους του. Ολόκληρος ο τότε κόσμος ήταν ενωμένος βάση έναν πολιτισμό: τον ελληνικό. Στο πλαίσιο αυτού του κόσμου, το Ιουδαϊκό κράτος άρχισε να επηρεάζεται από το ελληνικό
πνεύμα στην πολιτική και στην κοινωνική του ζωή, στα γράμματα και στην παιδεία του. Στη συνέχεια, η ρωμαϊκή αυτοκρατορία διατήρησε αυτήν την πολιτική και πολιτισμική ενότητα, εισάγοντας τα ρωμαϊκά ήθη και τους νόμους. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον γεννήθηκε ο Χριστιανισμός. Αργότερα, τον 1ο μ.Χ. αι., ο Απ. Παύλος με το δυναμικό άνοιγμά του στα έθνη δηλώνει τον οικουμενικό χαρακτήρα του Χριστιανισμού. Κηρύττει σε μια οικουμενική αυτοκρατορία, τη ρωμαϊκή, και
σε μια οικουμενική γλώσσα, την ελληνική. Αυτή η εξάπλωση του Χριστιανισμού στον εθνικό κόσμο είχε ως αποτέλεσμα πολλοί καλλιεργημένοι εθνικοί να βαπτιστούν χριστιανοί και αρκετοί από αυτούς να γίνουν και μάρτυρες. Από αυτούς προέρχονται οι Απολογητές και οι Αποστολικοί Πατέρες, οι πρώτοι που συνέδεσαν γόνιμα τον Ελληνισμό με τον Χριστιανισμό. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, τα
δύο αυτά μεγέθη συμπορεύονται στην ιστορία.
 β. Προσφορά του Ελληνισμού στον Χριστιανισμό
Από την εποχή του Απ. Παύλου και την επίσκεψή του στον Άρειο Πάγο στην Αθήνα, ο Ελληνισμός άσκησε επιρροή στη μορφή και στον τρόπο έκφρασης του
Χριστιανισμού. Ειδικότερα: • Η ελληνική γλώσσα στάθηκε το κατεξοχήν μέσο χάρη στο οποίο οι Πατέρες και οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς μπόρεσαν να μεταγγίσουν τα μηνύματα του Ευαγγελίου στην ψυχή των ανθρώπων. Η Καινή Διαθήκη, τα περισσότερα από τα έργα των Πατέρων της Εκκλησίας, το Σύμβολο της Πίστεως, οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων καταγράφηκαν στην ελληνική γλώσσα.
• Εκτός από την ελληνική γλώσσα, στην ανάπτυξη και στην εξάπλωση του Χριστιανισμού συνέβαλε και η ελληνική φιλοσοφία. Οι τεχνικές της ρητορείας και οι συλλογιστικές μέθοδοι της φιλοσοφίας βοήθησαν τον Χριστιανισμό να διατυπώσει με σαφήνεια τα δόγματά του. Όροι όπως «πρόσωπο», «υπόσταση», «ουσία», «ενέργεια», «γνώση», «ζωή» απέκτησαν νέο, χριστιανικό, περιεχόμενο και εμπλουτίστηκαν. Σε ερωτήματα και προβλήματα της ελληνικής φιλοσοφίας απάντησαν οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, επιχειρώντας μια σύνθεση Ελληνισμού και Χριστιανισμού. • Ο ελληνικός κόσμος πάντοτε ενδιαφερόταν για τις ηθικές και τις ανθρωπιστικές αξίες, για την παιδεία. Γι’ αυτό και η έννοια του «καλοῦ κἀγαθοῦ» πολίτη, η δικαιοσύνη και ο σεβασμός συνδέθηκαν με τη χριστιανική αγάπη, με την ελευθερία όλων των ανθρώπων και με
την πίστη στην αλήθεια του Χριστού. • Οι καλές τέχνες του Ελληνισμού, η αρχιτεκτονική, η γλυπτική, η ζωγραφική, καθώς και η λογοτεχνία, έδωσαν την ευκαιρία στον Χριστιανισμό να εκφράσει τη θεολογία του με μορφές εικαστικές
(εικόνες, ψηφιδωτά), αρχιτεκτονικές (ρυθμοί ναών) και με τον λόγο
(εκκλησιαστικοί ύμνοι, θεολογικός λόγος).
Μορφές κοινωνικής ζωής, δημόσιας και ιδιωτικής, των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων πέρασαν στον Χριστιανισμό και συνετέλεσαν στη διαμόρφωση της παράδοσής του. Π.χ. η αρχαία τραγωδία προσέφερε τη μορφή και τη δομή της στη Θεία Λειτουργία, έθιμα των αρχαίων Ελλήνων σχετικά με την ονοματοδοσία, τον γάμο, τον θάνατο πέρασαν στην καθημερινότητα και στις τελετές του Χριστιανισμού, χωρίς να αλλοιώνεται τίποτα από την αλήθεια της πίστης.
γ. Επιδράσεις του Χριστιανισμού στον Ελληνισμό
Ο Χριστιανισμός δεν παρέλαβε μόνο πολιτισμικά αγαθά από τον Ελληνισμό, αλλά προσέφερε με την πνευματικότητά του το «καινό» μήνυμα στην ελληνική σκέψη.
• Ξεπεράστηκε η απρόσωπη αντίληψη της ελληνικής φιλοσοφίας για τον Θεό. Οι σχέσεις Θεού και ανθρώπου λαμβάνουν προσωπικό και δυναμικό χαρακτήρα. Ο Θεός μπαίνει στην ιστορία, σαρκώνεται και  πάσχει, ανασταίνεται και σώζει τους ανθρώπους. Είναι Θεάνθρωπος, συνομιλεί και συναναστρέφεται με τον άνθρωπο, χωρίς να χάσει τη θεϊκή του φύση. Δεν καταδυναστεύει τον άνθρωπο, αλλά είναι φίλος του. • Η αντίληψη της χριστιανικής πίστης για τον κόσμο διαφέρει από αυτή της ελληνικής σκέψης, η οποία είναι θεμελιωμένη στη μοίρα που καθορίζεται είτε από τη φύση είτε από τους θεούς. Ο κόσμος στον Χριστιανισμό είναι δημιούργημα του Θεού, έχει αρχή και τέλος. Θεός και κόσμος στον Χριστιανισμό δεν ταυτίζονται, ούτε το μέλλον είναι προδιαγεγραμμένο από τον Θεό. Ο άνθρωπος ζει μέσα στον φυσικό κόσμο, αλλά ο Χριστιανισμός τον απαλλάσσει από την υποταγή του στις
φυσικές δυνάμεις και από τη δεισιδαιμονία. Είναι ελεύθερος να οικοδομεί τη ζωή του και να επικοινωνεί με τη θέλησή του με τον Θεό. • Στην Ιστορία δε διατηρείται η κυκλική αντίληψη που είχαν οι αρχαίοι γι’ αυτήν, αλλά εισάγεται η ευθύγραμμη πορεία που οδηγεί προς τον καινούριο κόσμο, τη «Βασιλεία» του Θεού. Στην ιστορική πορεία κάθε άνθρωπος είναι μια μοναδική και ανεπανάληπτη προσωπικότητα και μάλιστα είναι συνυπεύθυνος με τον Θεό για τον κόσμο. Είναι συνοδοιπόροι. Ο άνθρωπος είναι δημιούργημα, «εικόνα» του Θεού. Σώμα και ψυχή αποτελούν μιαν αδιάσπαστη ενότητα. Δε θεωρείται πια το σώμα φυλακή της ψυχής, όπως υποστήριζε ο Πλάτωνας. δ. Χριστιανισμός και Ελληνισμός: αντίθεση και σύνθεση. Ο Χριστιανισμός, όμως, δεν απέρριψε την ελληνική φιλοσοφία, την τέχνη και τον πολιτισμό· αντίθετα, οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς και οι Πατέρες της Εκκλησίας υποστήριζαν πως «σπέρματα αλήθειας» υπάρχουν και στη σοφία των Ελλήνων.
. Ο Χριστιανισμός σέβεται την αρχαία σοφία και τα διδάγματα του ελληνικού πνεύματος. Ο Ελληνισμός είναι το πολιτισμικό λίκνο μέσα στο οποίο εκφράστηκε η Αλήθεια του Χριστιανισμού. Αυτή την κληρονομιά ο χριστιανός δεν την αποβάλλει. Την κρατάει και την πλουτίζει με νέα έμπνευση: την αγάπη, την πίστη, την ελπίδα για τον νέο κόσμο του Θεού.
 Ερωτήσεις: 1. Ποια είναι η προσφορά του Ελληνισμού στον Χριστιανισμό; Ποιο στοιχείο αυτής της προσφοράς, κατά την κρίση σας, είναι το σημαντικότερο;
2. Ποιες αντιλήψεις του Χριστιανισμού για τον Θεό και τον άνθρωπο επέδρασαν θετικά στον Ελληνισμό; Ποια θεωρείτε ως την πιο δυνατή;
 3. Ποιες θέσεις του Χριστιανισμού για τον κόσμο και τη Θεία Πρόνοια άλλαξαν τις απόψεις του Ελληνισμού στα ζητήματα αυτά;
 4.  Μπορείτε να αναφέρετε παραδείγματα γόνιμης συνάντησης Χριστιανισμού και Ελληνισμού;
5. Ποιες είναι οι επιδράσεις του Χριστιανισμού στον Ελληνισμό;
 6. Ποια υπήρξε η σημασία της συνάντησης Ελληνισμού και Χριστιανισμού για την οικοδόμηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού;

Δευτέρα 7 Ιανουαρίου 2019

Α' ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ Η εξάπλωση του Χριστιανισμού


                                          Η εξάπλωση του Χριστιανισμού
Με το κήρυγμα των αποστόλων η χριστιανική θρησκεία έλαβε σημαντική εξάπλωση σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Στην εξάπλωση αυτή συντέλεσαν εκτός της θείας δύναμης και μερικές ευνοϊκές προϋποθέσεις σχετικές με την πολιτική και κοινωνική κατάσταση του τότε κόσμου.
Αυτές οι προϋποθέσεις είναι: 1) Η ελληνική γλώσσα ήταν γνωστή σε όλη την ρωμαϊκή αυτοκρατορία, και πλήθη ανθρώπων κατανοούσαν εύκολα την διδασκαλία της νέας αυτής θρησκείας.  Τα ευαγγέλια, οι επιστολές, οι πράξεις των αποστόλων, τα μετέπειτα συγγράμματα των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας γράφτηκαν σχεδόν όλα στην ελληνική γλώσσα. Έτσι ο ελληνισμός πρόσφερε μια μεγάλη υπηρεσία στην ανθρωπότητα διευκολύνοντας την διάδοση του χριστιανισμού. 2) Η πολιτική ένωση όλων σχεδόν των Εθνών υπό την κυριαρχία των Ρωμαίων. Η μετακίνηση των ανθρώπων μέσα στο ρωμαϊκό κράτος ήταν ελεύθερη, ασφαλής και εύκολη. Επομένως οι δάσκαλοι της νέας θρησκείας μπορούσαν να ταξιδεύουν ανεμπόδιστα και να διαδίδουν τον χριστιανισμό.
Εμπόδια στην διάδοση του χριστιανισμού
Κατά την εξάπλωσή του ο χριστιανισμός συνάντησε πολλά εμπόδια. Οι Ιουδαίοι κατεδίωκαν τους χριστιανούς γιατί νόμιζαν ότι τροποποιούν την Εβραϊκή θρησκεία και ειδικά στο θέμα του ερχομού του Μεσσία, στον οποίο στήριζαν τις ελπίδες τους για την εκδίωξη των ρωμαίων κατακτητών. Οι ρωμαίοι στάθηκαν αρχικά αδιάφοροι απέναντι στον χριστιανισμό, όμως η εξάπλωση των χριστιανών προβλημάτισε τους ηγέτες των ρωμαίων.
Ο Διωγμός του Νέρωνα (64μ.Χ.)
Ο αιμοχαρής αυτός αυτοκράτορας (54-68μΧ) νόμιζε ότι ήταν έξοχος ποιητής. Δήλωσε σε ένα συμπόσιο ότι αν έβλεπε την πόλη πυρπολημένη θα μπορούσε να συνθέσει ποιήματα  ίσης αξίας με τα Ομηρικά. Οι φίλοι του αμέσως έτρεξαν και πυρπόλησαν μεγάλο μέρος της Ρώμης, για να γράψει ποιήματα. Όταν μαθεύτηκε αυτό, ο Νέρωνας για να αποφύγει την εξέγερση του λαού εναντίον του, διέδωσε ότι οι χριστιανοί άναψαν την πυρκαγιά, για να καταστρέψουν τα αγάλματα και τους Ναούς των ειδωλολατρών. Η κατηγορία έγινε πιστευτή και ο λαός καταδίωξε τους χριστιανούς με κάθε βάναυσο  τρόπο, και άλλους σταύρωσαν και άλλους έριχναν στα άγρια θηρία. Στον διωγμό αυτό θανατωθήκαν και οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος.
Ο Διωγμός του Δογμιτιανού (94-96μ.Χ.)
Ο Δομιτιανός βρήκε αφορμή για να διατάξει τον διωγμό των χριστιανών από τον  ονομαστό «φόρο του δίδραχμου», τον οποίο υποχρέωσε να πληρώνουν οι εβραίοι, όσοι όμως από αυτούς γίνονταν χριστιανοί σταματούσαν να πληρώνουν τον φόρο αυτό γιατί δεν ήταν πλέον εβραίοι. Για να αντιμετωπίσει το φαινόμενο αυτό ο αυτοκράτορας Δομιτιανός αποφάσισε γενικό διωγμό όλων των χριστιανών. Τότε μαρτύρησε ο πρώτος επίσκοπος Αθηνών Διονύσιος ο Αεροπαγίτης και ο μαθητής του Αποστόλου Παύλου Τιμόθεος στην Έφεσο.
Ο Διωγμός του Δεκίου (249-251μ.Χ.)
Όταν έγινε αυτοκράτορας ο Δέκιος, με διάταγμά του, υποχρέωσε όλους τους πολίτες να θυσιάζουν στους θεούς για την ευημερία της αυτοκρατορίας. Οι χριστιανοί δεν υπάκουσαν και έτσι ξεκίνησε άγριος διωγμός εναντίον τους. Στον διωγμό αυτόν τιμωρήθηκαν κυρίως οι επίσκοποι της Εκκλησίας και άλλες ηγετικές προσωπικότητες γιατί προέτρεπαν τους χριστιανούς να μείνουν πιστοί μέχρι θανάτου στις παραδόσεις τους. Ορισμένοι χριστιανοί  δείλιαζαν μπροστά στον κίνδυνο και τελικά θυσίαζαν στα είδωλα, αυτοί ονομάζονταν πεπτωκότες. Μετά το τέλος του διωγμού του Δέκιου, υπήρξαν πολλές διαφωνίες στους κόλπους της Εκκλησίας για το αν πρέπει να γίνουν δεκτοί ξανά στους κόλπους της οι πεπτωκότες. Τελικά αποφασίστηκε η  επανεισδοχή τους μετά από ειλικρινή μεταμέλεια.
Ο Διωγμός του Διοκλητιανού (285-305μ.Χ.)
Ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός ήταν ανήσυχος για την αύξηση του αριθμού των χριστιανών και την διάδοση της πίστεως του Χριστού. Με την παρακίνηση του καίσαρα Γαλέριου άρχισε τις διώξεις εναντίων τους. Διέταξε να κλείσουν όλοι οι χριστιανικοί Ναοί, να καταστραφούν τα ιερά βιβλία και εξόρισε πολλούς κληρικούς και επιφανείς χριστιανούς στα μεταλλεία Μικράς Ασίας. Απαγόρευσε να υπάρχουν χριστιανοί στο στρατό και στις δημόσιες υπηρεσίες. Οι περισσότεροι στρατιωτικοί-μάρτυρες προέρχονται από τον διωγμό του Διοκλητιανού.
Ερωτήσεις: 1) Ποιες είναι οι προϋποθέσεις που βοήθησαν στην εξάπλωση του χριστιανισμού;  2) Γιατί οι εβραίοι δεν αποδέχονται τους χριστιανούς;  3) Τι επιδίωκαν οι ρωμαίοι με τους διωγμούς; 4) Ποια μέτρα πήραν οι τέσσερις προαναφερόμενοι αυτοκράτορες εναντίον των χριστιανών;