Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

Βασίλειος Καισαρείας

https://www.impantokratoros.gr/dat/D59C1345/%5bel%5dimage1.png?636491488652229062
https://www.impantokratoros.gr/dat/D59C1345/%5bel%5dimage1.png?636491488652229062Βασίλειος Καισαρείας
Ο Βασίλειος Καισαρείας (330 - 1 Ιανουαρίου 379), γνωστός και ως Μέγας Βασίλειος ή Άγιος Βασίλης, ήταν Έλληνας επίσκοπος της Καισαρείας στην Καππαδοκία της Μικράς Ασίας.  Ήταν σημαίνων θεολόγος που υποστήριξε το Σύμβολο της Πίστεως και αντιτάχθηκε στις αιρέσεις της πρωτοχριστιανικής εκκλησίας, μεταξύ των οποίων και του Αρειανισμού. Επίσης, ήταν Πατέρας της Εκκλησίας και ένας από τους Τρεις Ιεράρχες, που θεωρούνται προστάτες της παιδείας.
Η ζωή του Βασίλειου της Καισαρείας
Γεννήθηκε από Άγιους γονείς το 330 μ.χ. στην Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο πατέρας του Άγιου Βασίλειου ασκούσε το επάγγελμα του καθηγητή ρητορικής στη Καισάρεια της Καππαδοκίας και η μητέρα του Αγία Εμμέλεια ήταν απόγονος οικογένειας Ρωμαίων αξιωματούχων (ο πατέρας της είχε πεθάνει ως Χριστιανός μάρτυρας). Στην οικογένεια εκτός από το Βασίλειο υπήρχαν άλλα οκτώ παιδιά. Μεταξύ αυτών, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Ναυκράτιος που έγινε ασκητής και θαυματουργός Άγιος, η Μακρίνα (Οσία Μακρίνα) και ο Πέτρος, Επίσκοπος Σεβαστείας.
Η ανάγκη του για περαιτέρω μόρφωση τον έφερε στην Κωνσταντινούπολη, όπου φοίτησε κοντά στο γνωστό δάσκαλο της εποχής Λιβάνιο και επακόλουθα στην Αθήνα (352).
Έργο ζωής και σημαντικό σταθμό στην πορεία του, αποτελεί η ίδρυση και λειτουργία ενός κοινωνικού φιλανθρωπικού συστήματος, του Πτωχοκομείου ή Βασιλειάδας. Εκεί διοχετεύει όλη την ποιμαντική του ευαισθησία, καθιστώντας την πρότυπο κέντρου περίθαλψης και φροντίδας των ασθενέστερων κοινωνικά ατόμων. Ουσιαστικά η Βασιλειάδα υπήρξε ένας πρότυπος οίκος για τη φροντίδα των ξένων, την ιατρική περίθαλψη των φτωχών άρρωστων και την επαγγελματική κατάρτιση των ανειδίκευτων. Καθίσταται η μήτρα ομοειδών οργανισμών που δημιουργήθηκαν σε άλλες επισκοπές και στάθηκε η σταθερή υπενθύμιση στους πλουσίους του προνομίου τους να διαθέτουν τον πλούτο τους με έναν αληθινά χριστιανικό τρόπο.
Η μνήμη του τιμάται από την Ορθόδοξη Εκκλησία την 1η Ιανουαρίου ενώ από το 1081 ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης Ιωάννης Μαυρόπους (ο από Ευχαΐτων) θέσπισε έναν κοινό εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Ιωάννη Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του Θεολόγου, στις 30 Ιανουαρίου ως προστατών των γραμμάτων και της παιδείας.
Ορθόδοξη υμνολογία Αγίου
Απολυτίκιο (Ἦχος α')
Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν  ὁ φθόγγος σου,
ὡς δεξαμένην τὸν λόγον σου, δι' οὗ θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας,
τὴν φύσιν τῶν ὄντων  ἐτράνωσας,
τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας.
Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ Ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ,
σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ο Μέγας Βασίλειος είναι ένας από τους σημαντικότερους δογματικούς θεολόγους του Ορθοδόξου Χριστιανισμού με σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη του Τριαδολογικού δόγματος. Διακήρυξε την ενότητα της Αγίας Τριάδας ως μιας ουσίας και προχώρησε στον προσδιορισμό του υποστατικού διαχωρισμού των Προσώπων της. Κάθε υπόσταση διακρίνεται από ορισμένους τρόπους ύπαρξης και μεμονωμένα χαρακτηριστικά (ιδιώματα): ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός γεννηθείς αχρόνως και το Άγιο Πνεύμα εκπορευτό διά του Πατρός.
Στο έργο τόνισε επίσης τη σημασία της διάκρισης μεταξύ ουσίας και ενεργειών του Θεού. Μεταξύ του άκτιστου Θεού και του κτιστού κόσμου υπάρχει οντολογικό χάσμα, που αποκλείει την κατ’ ουσία κοινωνία και σχέση μεταξύ τους. Ο Θεός καθίσταται αντιληπτός στον κόσμο διά των ενεργειών του. Το ότι ο κόσμος διατηρείται στο "είναι" οφείλεται στη δημιουργική, συνεκτική και ζωοποιό ενέργεια του Θεού. Έχει γράψει ότι "εμείς γνωρίζουμε τον θεό από τις ενέργειές του, την ουσία του να την προσεγγίσουμε δεν μας επιτρέπεται, γιατί είναι απρόσιτη.
Κεφαλαιώδης ήταν και η συμβολή του στην αξιολόγηση της θύραθεν (ελληνικής) παιδείας μέσα στη χριστιανική Εκκλησία. Μελετητής ο ίδιος και γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας, τη χρησιμοποιεί ως όργανο επεξεργασίας και διατύπωσης των θεολογικών του αντιλήψεων. Η φιλοσοφία, κατά το Βασίλειο, πρέπει να μελετάται υπό το νέο χριστιανικό πρίσμα. Δεν απορρίπτει τη μελέτη των κλασσικών γραμμάτων, αντίθετα προτρέπει στη χρήση τους ως ένδυμα της χριστιανικής θρησκευτικής διδασκαλίας.
Στον τομέα του μοναχισμού ανέλαβε δράση, θέτοντάς τον υπό τον έλεγχο της εκκλησιαστικής ηγεσίας και εισήγαγε την ομολογία της αφιέρωσης στο Θεό και της ένταξης στην αδελφότητα, η οποία προέβλεπε αγαμία, υπακοή και ακτημοσύνη. Επίσης, έθεσε την αυθαίρετη πνευματικότητα του μοναχισμού στη σταθερή βάση της Αγίας Γραφής και τοποθέτησε τους μοναχούς στη γραμμή του κοινού βίου και της οργανωμένης δράσης.
Στις ημέρες του υπήρξε μια σοβαρή αίρεση, ο Αρειανισμός και ο Άγιος αγωνίστηκε για την ενότητα της εκκλησίας, για αυτό έγραψε και σπουδαία θρησκευτικά συγγράμματα, όπως το ¨Περί Αγίου Πνεύματος¨ και εργαζόταν σκληρά, προς την επίλυση των διαφορών, δείχνοντας μόνο τον δρόμο της αγάπης.
Ο Μέγας Βασίλειος υπήρξε ταλαντούχος συγγραφέας. Με το έργο του καλλιέργησε τον ελληνικό λόγο και συνέβαλε στην επιβίωσή του.  Η σπουδή της ρητορικής και της σοφιστικής τον βοήθησαν να δώσει στα κείμενά του στέρεη δομή και μορφή.
 Σημαντικό είναι το έργο "Προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων", με το οποίο αναδείχθηκε στους κορυφαίους παιδαγωγούς του αρχαίου ελληνικού και χριστιανικού κόσμου, του οποίου οι συμβουλές προς τους χριστιανούς νέους έμειναν αθάνατες. Το έργο αυτό είναι ένα από τα πιο γνωστά κείμενα του Μ. Βασιλείου, το οποίο σώθηκε σε εκατοντάδες χειρόγραφα και υπήρξε αγαπημένο ανάγνωσμα, τόσο στη Δύση κατά την εποχή της Αναγέννησης, όσο και στην Ελλάδα κατά την Τουρκοκρατία.
Ο Μ. Βασίλειος  καταδεικνύει τη σύζευξη της Ελληνικής και Χριστιανικής παιδείας, και συστήνει την μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.
Κατείχε όλες σχεδόν τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής εκείνης.



Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017

Β' Γυμνασίου Κατά Ματθαίον - κεφάλαιο 7 Παρότρυνσις πρὸς προσευχήν

Κατά Ματθαίον - κεφάλαιο 7

Παρότρυνσις πρὸς προσευχήν

7 «Ζητᾶτε καὶ θὰ σᾶς δοθῇ, ἐρευνᾶτε καὶ θὰ βρῆτε, κτυπᾶτε καὶ θὰ σᾶς ἀνοιχθῇ ἡ πόρτα.
8 Διότι καθένας ποὺ ζητᾶ, λαμβάνει, καὶ καθένας ποὺ ἐρευνᾶ, βρίσκει, καὶ εἰς ἐκεῖνον ποὺ κτυπᾶ, θὰ τοῦ ἀνοιχθῇ ἡ πόρτα.
9 Ἢ ποιὸς ἀπὸ σᾶς, ὅταν τὸ παιδί του ζητήσῃ ψωμί, θὰ τοῦ δώσῃ πέτρα;
10 Ἢ ἐὰν τοῦ ζητήσῃ ψάρι, θὰ τοῦ δώσῃ φίδι;
11 Ἐὰν λοιπὸν σεῖς, ποὺ εἶσθε κακοί, ξέρετε νὰ δίνετε ὠφέλιμα πράγματα εἰς τὰ παιδιά σας, πόσο μᾶλλον ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος θὰ δώσῃ ἀγαθὰ πράγματα εἰς ἐκείνους ποὺ τὸν παρακαλοῦν;»

Ὁ χρυσὸς κανών

12 «Ὅλα ὅσα θέλετε νὰ σᾶς κάνουν οἱ ἄνθρωποι, κάνετε καὶ σεῖς τὰ ἴδια σὲ αὐτούς. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται».

Οἱ δύο δρόμοι

13 «Νὰ μπαίνετε ἀπὸ τὴν στενὴν πύλην, διότι εἶναι πλατειὰ ἡ πύλη καὶ εὐρύχωρος ὁ δρόμος, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν καταστροφήν, καὶ πολλοὶ εἶναι ἐκείνοι ποὺ μπαίνουν ἀπὸ αὐτήν.
14 Στενὴ εἶναι ἡ πύλη καὶ στενάχωρος ὁ δρόμος, ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὴν ζωή, καὶ λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ τὸν βρίσκουν».

Τὸ γνήσιο καὶ τὸ ψεύτικο

15 «Προσέχετε τοὺς ψευδοπροφήτας, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἒρχονται μὲ ἒνδυμα προβάτων, ἐνῷ μέσα τους εἶναι λύκοι ἁρπακτικοί,
16 Ἀπὸ τοὺς καρπούς των θὰ τοὺς ἀναγνωρίσετε. Μήπως μαζεύουν ἀπὸ τὰ ἀγκάθια σταφύλια ἢ ἀπὸ τοὺς τριβόλους σῦκα;
17 Ἒτσι, κάθε δένδρον καλὸν παράγει καρποὺς καλούς, καὶ τὸ σάπιο δένδρον παράγει καρποὺς κακούς.
18 Δὲν εἶναι δυνατὸν ἓνα καλὸν δένδρον νὰ φέρῃ καρποὺς κακούς, οὒτε ἓνα σάπιο δένδρον νὰ φέρῃ καρποὺς καλούς.
19 Κάθε δένδρον, ποὺ δὲν κάνει καλὸν καρπόν, τὸ κόβουν σύρριζα καὶ τὸ ρίχνουν στὴ φωτιά.
20 Ὣστε λοιπὸν ἀπὸ τοὺς καρπούς των θὰ τοὺς ἀναγνωρίσετε».



Κατά Ματθαίον - κεφάλαιο 7

Λόγια καὶ ἒργα

21 «Δὲν θὰ μπῇ εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν καθένας ποὺ μοῦ λέγει, "Κύριε, Κύριε", ἀλλ ἐκεῖνος ποὺ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα μου τοῦ ἐπουρανίου.
22 Πολλοὶ θὰ μοῦ ποῦν τὴν ἡμέραν ἐκείνην, "Κύριε, Κύριε, δὲν ἐπροφητεύσαμεν εἰς τὸ ὂνομά σου; καὶ εἰς τὸ ὂνομά σου δὲν ἐβγάλαμε ἀκάθαρτες ἐπιθυμίες; καὶ εἰς τὸ ὂνομά σου δὲν ἐκάναμε πολλὰ θαύματα;"
23 Καὶ τότε θὰ τοὺς ὁμολογήσω, "Ποτὲ δὲν σᾶς ἐγνώρισα· φύγετε ἀπὸ ἐμὲ σεῖς οἱ ἐργάται τῆς ἀνομίας"».

Τα δύο θεμέλια

24 «Καθέναν λοιπὸν ποὺ ἀκούει τοὺς λόγους μου τούτους καὶ τοὺς ἐκτελεῖ, θὰ τὸν παρομοιάσω μὲ ἄνθρωπον φρόνιμον, ὁ ὁποῖος ἔκτισε τὸ σπίτι του ἐπάνω στὴν πέτρα.
25 Καὶ κατέβηκε ἡ βροχὴ καὶ ἦλθαν οἱ ποταμοὶ καὶ ἐφύσησαν οἱ ἄνεμοι καὶ ἔπεσαν πάνω εἰς τὸ σπίτι ἐκεῖνο, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἔπεσε, γιατὶ ἦτο θεμελιωμένον ἐπάνω σὲ πέτρα.
26 Καὶ καθένας ποὺ ἀκούει τοὺς λόγους τούτους, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐκτελεῖ, μοιάζει μὲ ἄνθρωπον μωρόν, ὁ ὁποῖος ἔκτισε τὸ σπίτι του ἐπάνω στὴν ἄμμον.
27 Καὶ κατέβηκε ἡ βροχὴ καὶ ἦλθαν οἱ ποταμοὶ καὶ ἐφύσησαν οἱ ἄνεμοι καὶ ἐκτύπησαν ἐπάνω στὸ σπίτι ἐκεῖνο καὶ ἔπεσε. Καὶ τὸ πέσιμό του ἦτο μεγάλο».
28 Ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐτελείωσε τοὺς λόγους αὐτοὺς, ὁ κόσμος ἐθαύμαζε διὰ τὴν διδασκαλίαν του,
29 διότι τοὺς ἐδίδασκε σὰν ἕνας ποὺ ἔχει ἐξουσίαν, καὶ ὄχι ὅπως οἱ γραμματεῖς.


Β Γυμνασίου Τὰ ὀνόματα τῶν ἀποστόλων

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι'
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10
1 Καὶ ἀφοῦ προσκάλεσε τοὺς δώδεκα μαθητὰς του, τοὺς ἔδωσε ἐξουσίαν ἐπάνω στις ἀκάθαρτες επιθυμίες, νὰ τις καταργούν καὶ νὰ θεραπεύουν κάθε ἀσθένειαν καὶ κάθε ἀδυναμίαν.

Τὰ ὀνόματα τῶν ἀποστόλων

2 Τῶν δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόματα εἶναι τὰ ἑξῆς: Πρῶτος ὁ Σίμων, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται Πέτρος, καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφός του καὶ Ἰάκωβος ὁ υἱὸς τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφός του,
3 Φίλιππος καὶ Βαρθολομαῖος, Θωμᾶς καὶ Ματθαῖος ὁ τελώνης, Ἰάκωβος ὁ υἱὸς τοῦ Ἀλφαίου καὶ Λεββαῖος, ὁ ὁποῖος ὠνομάσθη Θαδδαῖος,
4 Σίμων ὁ Κανανίτης καὶ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν παρέδωσε.
5 Αὐτοὺς τοὺς δώδεκα ἔστειλε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς παρήγγειλε τὰ ἑξῆς, «Πρὸς τοὺς ἐθνικοὺς μὴ πηγαίνετε καὶ σὲ πόλιν τῶν Σαμαρειτῶν μὴ μπαίνετε,
6 ἀλλὰ πηγαίνετε μάλλον εἰς τὰ χαμένα πρόβατα τῆς γενεᾶς τοῦ Ἰσραήλ».

Τὸ κήρυγμα τῆς βασιλείας

7 «Καθὼς πηγαίνετε, νὰ κηρύττετε καὶ νὰ λὲγετε ὅτι ἐπλησίασε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
8 Ἀσθενεῖς νὰ θεραπεύετε, νεκροὺς νὰ ἀνασταίνετε, λεπροὺς νὰ καθαρίζετε, κακίες νὰ διώχνετε.
9 Δωρεὰν ἐλάβατε, δωρεὰν δώσατε. Νὰ μὴ πάρετε οὔτε χρυσάφι οὔτε ἀσῆμι οὔτε χάλκινα νομίσματα εἰς τὴν ζώνην σας,
10 οὔτε ὁδοιπορικόν σάκον, οὔτε δύο ὑποκάμισα, οὔτε ὑποδήματα, οὔτε ραβδί, διότι ὁ ἐργάτης ἔχει δικαίωμα νὰ τρέφεται.
11 Εἰς ὁποιανδήποτε δὲ πόλιν ἢ χωριό μπῆτε, ἐξετάστε ποιὸς εἶναι εἰς αὐτὴν ἄξιος καὶ ἐκεῖ νὰ μένετε ὥς ποὺ νὰ φύγετε.
12 Ὅταν δὲ μπαίνετε εἰς τὸ σπίτι, χαιρετῆστε τους μὲ τὰ λόγια, «Εἰρήνη ἂς εἶναι εἰς τὸ σπίτι τοῦτο».
13 Καὶ ἂν μὲν τὸ σπίτι εἶναι ἄξιον, τότε ἂς ἔλθη ἡ εἰρήνη σας εἰς αὐτό· ἐὰν ὅμως δὲν εἶναι ἄξιον, ἡ εἰρήνη σας ἂς γυρίσει σὲ ἐσᾶς.
14 Καὶ ἐὰν κανεὶς δὲν σᾶς δεχθῇ οὔτε ἀκούσῃ τοὺς λόγους σας, τότε ὅταν θὰ βγῆτε ἀπὸ τὸ σπίτι ἢ ἀπὸ τὴν πόλιν ἐκείνην, τινάξτε τὴν σκόνην τῶν ποδιῶν σας.
15 Ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅτι πιὸ λίγο θὰ ὑποφέρουν τὰ Σόδομα καὶ τὰ Γόμορρα κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως παρὰ ἡ πόλις ἐκείνη».

Ἐντολὴ διὰ φρόνησιν καὶ ἁπλότητα

16 «Νὰ, ἐγὼ σᾶς ἀποστέλλω σὰν πρόβατα μέσα σὲ λύκους. Νὰ εἶσθε λοιπὸν φρόνιμοι σὰν τὰ φίδια καὶ ἄκακοι ὅπως τὰ περιστέρια.
17 Προσέχετε δὲ τοὺς ἀνθρώπους, διότι θὰ σᾶς παραδώσουν σὲ δικαστήρια καὶ θὰ σᾶς μαστιγώσουν εἰς τὰς συναγωγάς των
18 καὶ θὰ ὁδηγηθῆτε σὲ ἡγεμόνας καὶ βασιλεῖς ἐξ αἰτίας μου, διὰ νὰ μαρτυρήσετε δι’ ἐμὲ ἐνώπιον αὐτῶν καὶ τῶν ἐθνῶν.
19 Ὅταν δὲ σᾶς παραδώσουν, μὴν φροντίσετε πῶς ἢ τι θὰ μιλήσετε, διότι ἐκείνην τὴν ὥραν θὰ σᾶς δωθῇ τὸ τὶ θὰ πῆτε.
                                                            Κεφάλαιο 10
20 Διότι δὲν εἶσθε σεῖς ποὺ θὰ μιλᾶτε, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τοῦ Πατέρα σας θὰ μιλῇ μέσα σας.
21 Θὰ παραδώσει δὲ ὁ ἀδελφὸς τὸν ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ ὁ πατέρας τὸ παιδί, καὶ θὰ ἐπαναστατήσουν τὰ παιδιὰ κατὰ τῶν γονέων καὶ θὰ τοὺς θανατώσουν.
22 Καὶ θὰ σᾶς μισοῦν ὅλοι διὰ τὸ ὄνομά μου. Ὅποιος ὅμως ὑπομείνῃ ἕως τὸ τέλος, αὐτὸς θὰ σωθῇ.
23 Ὅταν δὲ σᾶς καταδικάσουν εἰς μίαν πόλιν, τότε φεύγετε εἰς ἄλλην. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν θὰ προκάμετε νὰ τελειώσετε τὰς πόλεις τοῦ Ἰσραὴλ ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.
24 Δὲν ὑπάρχει μαθητὴς ἀνώτερος ἀπὸ τὸν διδάσκαλόν του, οὔτε δοῦλος ἀνώτερος ἀπὸ τὸν κύριόν του.
25 Εἶναι ἀρκετὸν διὰ τὸν μαθητήν, ἐὰν γίνῃ ὅπως ὁ διδάσκαλός του καὶ ὁ δοῦλος ὅπως ὁ κύριός του. Ἐὰν τὸν οἰκοδεσπότην ἐκάλεσαν Βεελζεβούλ, πόσο μᾶλλον τοὺς δικούς του».

«Μὴ φοβᾶστε»

26 «Μὴ τοὺς φοβᾶσθε λοιπόν· διότι δὲν ὑπάρχει κανένα σκεπασμένο πρᾶγμα, ποὺ νὰ μὴν μαθητευθῇ ἢ κανένα κρυφό, ποὺ νὰ μὴν γίνῃ γνωστόν.
27 Ἐκεῖνο ποὺ σᾶς λέγω κρυφά, διαλαλήσατέ το φανερά, καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἀκοῦτε κρυφὰ εἰς τὸ αὐτί, κηρύξατέ το ἀπὸ τὶς ταράτσες.
28 Μὴ φοβᾶσθε ἐκείνους ποὺ σκοτώνουν τὸ σῶμα, ἀλλὰ δὲν μποροῦν νὰ σκοτώσουν τὴν ψυχήν. Νὰ φοβᾶσθε μᾶλλον ἐκεῖνον, ποὺ μπορεῖ νὰ κάνῃ καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα νὰ χαθοῦν εἰς τὴν γέεναν.
29 Δὲν πωλοῦνται δύο σπουργίτια γιὰ μία πεντάρα; Καὶ ὅμως ἕνα ἀπὸ αὐτὰ δὲν πέφτει εἰς τὴν γῆν, χωρὶς τὴν θέλεσιν τοῦ Πατέρα σας.
30 Ἐνῷ σ’ ἐσᾶς καὶ οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς εἶναι ὅλες μετρημένες.
31 Μὴ φοβᾶσθε λοιπόν·  ἔχετε μεγαλύτερη ἀξίαν ἀπὸ πολλὰ σπουργίτια.
32 Καθέναν ποὺ θὰ μὲ ὁμολογήσῃ ἐμπρὸς στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω καὶ ἐγὼ ἐμπρὸς στὸν Πατέρα μου τὸν οὐράνιον.
33 Ἐκεῖνον ὅμως ποὺ θὰ μὲ ἀρνηθῇ ἐμπρὸς στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ἀρνηθῶ καὶ ἐγὼ ἐμπρὸς στὸν Πατέρα μου τὸν οὐράνιον.
34 Μὴ νομίσετε πὼς ἦλθα νὰ βάλω εἰρήνη εἰς τὴν γῆ. Δὲν ἦλθα νὰ βάλω εἰρήνην ἀλλὰ να σας προβληματίσω.
35 Ἦλθα νὰ χωρίσω ἄνθρωπον ἀπὸ τὸν πατέρα του καὶ θυγατέρα ἀπὸ τὴν μητέρα της καὶ νύμφην ἀπὸ τὴν πενθεράν της.
36 Καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου θὰ γίνουν οἱ γνωστοί του».



Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2017

Το Μυστήριο του Βαπτίσματος

Το Μυστήριο του Βαπτίσματος

Βάπτισμα χριστιανικό είναι η τριπλή κατάδυση  του πιστού στο όνομα της Αγίας Τριάδας, του Πατρός, του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος. Με την συμβολική διαδικασία αυτή ο βαπτιζόμενος πεθαίνει και ανασταίνεται μιμούμενος τον θάνατο και την ανάσταση του Ιησού Χριστού. Έτσι φυτεύεται στο σώμα του Χριστού, δηλαδή την Εκκλησία, και συμμετέχει στην θεία ζωή του Χριστού.
Το βάπτισμα αρχικά γινόταν σε ανοιχτούς φυσικούς χώρους με τρεχούμενο νερό όπως οι λίμνες και τα ποτάμια ή άλλους ειδικούς χώρους, τα λεγόμενα βαπτιστήρια. Με το πέρασμα του χρόνου η τελετή λάβαινε χώρα στους ναούς. Στους πρώτους αιώνες μετά Χριστό, το βάπτισμα γίνονταν σε ενήλικες αφού είχε προηγηθεί κατήχηση, από τον 7ο αιώνα και μετά καθιερώθηκε ο νηπιοβαπτισμός.  Το βάπτισμα αναιρεί το προπατορικό αμάρτημα και κάθε προσωπικό αμάρτημα.
Η λέξη βάπτισμα σημαίνει καταβύθιση. Ως συμβολική πράξη, το βάπτισμα ήταν γνωστό και χρησιμοποιούταν τόσο από τους Εβραίους της Παλαιάς Διαθήκης όσο και από άλλα έθνη θεωρώντας το ως ένα σύμβολο θανάτου και αναγέννησης. Έτσι στην Αγία Γραφή βλέπουμε ότι ο Ιωάννης ο Πρόδρομος βάπτιζε τους ανθρώπους σε ένδειξη μετανοίας και προετοιμασίας για την ερχόμενη Βασιλεία του Θεού. Το νόημα αυτού του βαπτίσματος ήταν η απάρνηση του παλαιού αμαρτωλού ανθρώπου και η απαρχή μιας νέας ζωής, γεμάτη με αρετές και αγαθοεργίες. Στις ειδωλολατρικές θρησκείες το βάπτισμα είχε κάποιο παρόμοιο νόημα κι ήταν συχνά συνυφασμένο με τον θάνατο και την αναγέννηση της φύσεως.
 Το βάπτισμα εισάγει τους ανθρώπους στο  σώμα του Χριστού, και για κάθε χριστιανό σημαίνει αναγέννηση και ενσωμάτωση στην Εκκλησία. 
Το βάπτισμα είναι κορυφαίο μυστήριο. Ονομάζεται «κυριακό», γιατί στη Γραφή υπάρχει ρητή πληροφόρηση για την άμεση σύσταση του από τον Κύριο (Ματθ. 28,19). Δια του βαπτίσματος ο άνθρωπος φυτεύεται μυστικά στο άχραντο σώμα του Χριστού, γίνεται επίσημα μέλος της Εκκλησίας και έχει το δικαίωμα συμμετοχής του και στα υπόλοιπα εκκλησιαστικά μυστήρια.
Αμέσως μετά το Βάπτισμα τελείται και το μυστήριο του Χρίσματος. Με το Χρίσμα ο βαπτισμένος λαμβάνει τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος που τον ενισχύουν στην καθημερινή του ζωή. Το Άγιο Πνεύμα ζωογονεί, εμψυχώνει και ενδυναμώνει τον άνθρωπο. Ο απόστολος Παύλος παραθέτει τους  καρπούς του Πνεύματος, οι οποίοι είναι «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότητα, αγαθοσύνη, πίστη, πραότητα και η ασκητικότητα» (Γαλ.5:22). Επιπλέον σφραγίζει με τα χαρίσματα και τις δωρεές του παναγίου Πνεύματος τη νέα πνευματική ζωή που γεννήθηκε δια του βαπτίσματος, βοηθώντας το βαπτισθέντα ν' αναχθεί σε βίο θεοφιλή και ενάρετο.  Το μυστήριο, που μαρτυρείται επαρκώς στην αγία Γραφή, γινόταν στην αρχή δια της επιθέσεως των χειρών των Αποστόλων στις κεφαλές των βαπτισθέντων για τη χορήγηση των χαρισμάτων του αγίου Πνεύματος (Πραξ. 8,17). Πολύ νωρίς αντικαταστάθηκε η επίθεση των χειρών με την τέλεση του χρίσματος, κατά την οποία ο επίσκοπος ή ο πρεσβύτερος χρίει σταυροειδώς το μέτωπο και τα άλλα μέλη του σώματος του βαπτισθέντος με άγιο μύρο (μίγμα ελαίου με άλλες σαράντα αρωματώδεις ουσίες, οι όποιες συμβολίζουν τα χαρίσματα του αγίου Πνεύματος), εκφωνουμένης σε κάθε χρίση της ευχής «σφραγίς δωρεάς Πνεύματος αγίου. Αμήν».Το χρίσμα δεν είναι συμπλήρωμα του ιερού μυστηρίου του βαπτίσματος. Είναι ιδιαίτερο αυτοτελές μυστήριο, το οποίο γίνεται εν συνεχεία προς το βάπτισμα. Εκεί είναι η φυσιολογική του τοποθέτηση.
Τά βρέφη καί τά νήπια εἶναι ἀθῶα καί ἄκακα. Τί χρειάζεται τό Βάπτισµα;
Τά βρέφη καί τά νήπια πραγµατικά εἶναι ἀθῶα καί ἄκακα, διότι δέν µποροῦν νά πράξουν κάτι κακό, ἐπειδή ἡ θέλησή τους δέν λειτουργεῖ ἀκόµη καί, ἐπειδή, ὡς κακό καί ἁµαρτία, λογίζεται µόνο κάτι πού ὁ ἄνθρωπος πράττει µέ τή θέλησή του. Ὡστόσο, τά βρέφη καί τά νήπια, ὡς ἀπόγονοι τοῦ Ἀδαµιαίου γένους, δέν κληρονοµοῦν µέν τήν ἐ ν ο χ ή τῶν Πρωτοπλάστων, (διότι τό ἁµάρτηµά τους ἦταν προσωπικό καί ἡ προσωπική ἐνοχή δέν κληρονοµεῖται στούς ἀπογόνους), κληρονοµοῦν, ὅµως, τίς σ υ ν έ π ε ι ε ς τοῦ Προπατορικοῦ ἁµαρτήµατος, δηλαδή τήν φ θ α ρ τ ό τ η τ α καί θ ν η τ ό τ η τ α τῆς φύσης τους. Τό Βάπτισµα, ἑποµένως, παρέχει στά βρέφη καί τά νήπια τή δυνατότητα ὑπέρβασης τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου τῆς φύσης τους, ἀπό τά πρῶτα ἀκόµη χρόνια τῆς ζωῆς τους. Μέ τήν ἔννοια αὐτή, τό Βάπτισµα ἔχει ὑπαρξιακή (ὀντολογική) καί ὄχι ἠθική σηµασία. Τό Βάπτισµα ἀντιστοιχεῖ µέ τήν πράξη τῆς δηµιουργίας τοῦ ἀνθρώπου. Ὅπως, µέ τήν ἀρχέγονη ἐκείνη δηµιουργία, ἐκ τοῦ µηδενός, ὁ Θεός χάρισε στόν ἄνθρωπο τό δῶρο τῆς ὕπαρξης καί ζωῆς, ἔτσι καί τώρα µέ τό ἅγιο Βάπτισµα, τό ἅγιον Πνεῦµα ἀναδηµιουργεῖ καί ἀναγεννᾶ τήν ὕπαρξη ἑνός συγκεκριµένου ἀνθρώπου σέ µιά καινούργια ποιότητα καί διάσταση ζωῆς.
Ο Μέγας Βασίλειος θεωρεί το βάπτισμα τόσο αναγκαίο για τον άνθρωπο όσο και η αναπνοή για το σώμα, το φως για τα μάτια. Κατά τον ίδιο, ο Κύριος κηρύσσει βάπτισμα υιοθεσίας το οποίο αντικαθιστά το βάπτισμα του Ιωάννου που ήταν βάπτισμα μετανοίας συμφιλιώνοντας μας κατά τον τρόπο αυτό με το Θεό. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης χαρακτηρίζει το βάπτισμα ως «ανοιγμένη θύρα» δια της οποίας ο άνθρωπος μπορεί να «εισέλθει από όπου εξήλθε». Ο άνθρωπος επειδή έχασε με τη πτώση του την αρχική μορφή τώρα επανέρχεται πάλι στο πρώτο είδος με δεύτερη γέννηση. Όπως ένας τεχνίτης, σημειώνει ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, αναπλάθει και φτιάχνει από την αρχή έναν ανδριάντα που έχασε τη μορφή του έτσι και ο Χριστός, αναγεννά την ανθρώπινη ύπαρξη και την αναπλάθει.
Ο άνθρωπος είναι «διπλός», αποτελείται από ψυχή και σώμα, για το λόγο αυτό διπλή είναι και η κάθαρσις, από νερό και το πνεύμα καθώς λέγουν οι Πατέρες. Το μεν πνεύμα ανακαινίζει μέσα μας το καθ΄ομοίωσιν, το δε νερό με τη χάρη του Πνεύματος καθαρίζει το σώμα της αμαρτίας και μας απαλλάσσει από τη φθορά (Αγ. Ιωαννης ο Δαμασκηνός).
Οι Ρωμαιοκαθολικοί θεωρούν ως μέλη της Εκκλησίας όλους όσους βαπτίζονται στο όνομα της Αγίας Τριάδας είτε αυτοί είναι ορθόδοξοι είτε Προτεστάντες. Από τον 13ο αιώνα καθιέρωσαν το βάπτισμα με ραντισμό. Απ’ορθόδοξη άποψη η πρακτική αυτή είναι απαράδεκτη, γιατί είναι αντίθετη τόσο με το περιεχόμενο της λέξης βαπτίζω(βυθίζω στο νερό) όσο και με την Αγία Γραφή η οποία συνδέει την τριπλή κατάδυση με τον θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού(βλ. Ρωμ.6,4).



Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

Βυζαντινή μουσική

Βυζαντινή μουσική είναι η εξέλιξη και καλλιέργεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής και πήρε το όνομα αυτό από την περιοχή του Βυζαντίου που ειναι η πρώτη ονομασία της πρωτεύουσας της νέας αυτοκρατορίας.
Η Βυζαντινή Μουσική είναι η μουσική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που μεταφράζεται κι απαρτίζεται αποκλειστικά από ελληνικά κείμενα ως μελωδία.  Έλληνες και ξένοι ιστορικοί συμφωνούν ότι αυτές οι μελωδίες, οι εκκλησιαστικοί ήχοι και γενικά το όλο σύστημα της βυζαντινής μουσικής, συνδέεται στενά με το αρχαίο ελληνικό μουσικό σύστημα. Οι αρχές της χρονολογούνται από ορισμένους μελετητές στον 4ο αιώνα μ.Χ, λίγο μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη από το Μέγα Κωνσταντίνο.
Η βυζαντινή μουσική που διασώζεται είναι στο σύνολό της εκκλησιαστική, με εξαίρεση κάποιους αυτοκρατορικούς ύμνους, που και αυτοί έχουν θρησκευτικά στοιχεία. Το βυζαντινό άσμα ήταν μονωδικό, σε ελεύθερο ρυθμό, και προσπάθησε συχνά να απεικονίσει μελωδικά την έννοια των λέξεων. Η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε ήταν η ελληνική.
ΦΥΣΙΚΗ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΝΙ_001.jpgΜέρος της βυζαντινής μουσικής, αν και χρονικά μεταγενέστερο και με αρκετές δυτικές επιρροές, κυρίως από το 1204 και μετά, μπορεί να θεωρηθεί το δημοτικό τραγούδι, αν και διαφέρει από την εκκλησιαστική μουσική στο ότι έχει σταθερό μέτρο, ώστε να εξυπηρετείται και ο χορευτικός σκοπός. Αυτό δεν είναι τυχαίο: στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, από τον ίδιο πολιτισμό η μουσική είναι ενιαία. Μην ξεχνάμε πως η πρώτη φορά που διδάχτηκε (ευρέως) η δυτική μουσική στον Ελληνικό χώρο, ήταν με την έλευση του Όθωνα. Μέχρι τότε η μουσική που εκτελείτο, ακουγόταν καταγραφόταν και διδασκόταν (εμπειρικά ή/και σε μουσικοδιδασκαλεία) ήταν η βυζαντινή.
Η Βυζαντινή Μουσική ακολουθεί παραλλαγμένη σε κάποια σημεία την Πυθαγορική Οκτάχορδο. Οι οκτώ ήχοι ή τρόποι της είναι: Πρώτος, Δεύτερος, Τρίτος, Τέταρτος, Πλάγιος του Πρώτου, Πλάγιος του Δευτέρου, Βαρύς και Πλάγιος του Τετάρτου.
Οι φθόγγοι ή τόνοι στη βυζαντινή μουσική διακρίνονται σε επτά και ονομάζονται: πΑ, Βου, Γα, Δι, κΕ, Ζω και νΗ. Αυτοί οι τόνοι εκφωνούνται κατέχοντας ο καθένας μία βαθμίδα. Ανεβαίνοντας από την πρώτη βαθμίδα έως την έβδομη (άνοδος ή επίτασις ή οξύτης) και κατεβαίνοντας από την έβδομη μέχρι την πρώτη(κάθοδος ή άνεσις ή βαρύτης) σχηματίζουμε μία κλίμακα.
Χαρακτηριστικά της εκκλησιαστικής μουσικής του Βυζαντίου:
Η εκκλησιαστική μουσική παρέμεινε αυστηρά μονοφωνική, είτε ψάλλεται από έναν ψάλτη είτε από χορωδία. Η αρμονία περιορίζεται μόνο στη χρήση του ίσου ή ισοκράτη, που συνοδεύει τη μελωδία τραγουδώντας τη βάση του κάθε τετραχόρδου όπου κινείται η μελωδία κάθε στιγμή.
Η μουσική παραμένει φωνητική. Όργανα δεν χρησιμοποιούνται στην εκκλησία. Μορφές ύμνων: Παράλληλα με την απλή ψαλμωδία άνθησαν οι πρώτες μορφές ύμνων: τροπάριο, κοντάκιο και κανών. Tο τροπάριο (από το τρόπος) αναπτύχθηκε κυρίως τον 5ο αι.: βασίζεται σε νέα, απλά και εύκολα να μελοποιηθούν κείμενα, των οποίων οι στίχοι παρεμβάλλονται μεταξύ των ψαλμικών στίχων. Aργότερα τροπάρια ονομάζονται και οι αυτούσιοι εκκλησιαστικοί ύμνοι.
O κανών γεννήθηκε τον 7ο-9ο αι. Bασίζεται στα νέα βιβλικά άσματα ή Ωδές, όπως η Ωδή αρ. 3, ο ύμνος της Aγ. Άννας ή η αρ. 9, το "Eμεγαλύνθη η ψυχή μου" της Παναγίας. Kάθε ωδή ακολουθείται από πολλές στροφές (ειρμούς) που ψάλλονται με την ίδια μελωδία (τρόποι). Oι γνωστότεροι ποιητές κανόνων ήταν ο άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης, αρχιεπίσκοπος Κρήτης (660-740 μ.Χ.) του οποίου ο μεγάλος κανών περιλαμβάνει 250 ειρμούς και ο Αγ. Iωάννης ο Δαμασκηνός (676-750 περ.).
Κοντάκιο: Κοντάκιο λέγεται συνήθως η απαρχή (το προοίµιο) Εκκλησιαστικών Ύµνων που εξ αυτού και µόνο ολόκληροι οι ύµνοι αυτοί χαρακτηρίζονται τελικά και ως κοντάκια. Αποτελεί δε ιδιαίτερο είδος της εκκλησιαστικής ποίησης που ιστορικά φέρεται να καλλιεργήθηκε περί τον 6ο 7ο αιώνα .Το όνοµά του οφείλεται στο γεγονός ότι η χρήση του απέβλεπε ως «εισαγωγή» του θέµατος του ύµνου που ακολουθούσε. Κάποιοι παράγουν (ετυµολογούν) το όνοµα κοντάκιο από το περιορισµένο - σύντοµο συνεπώς κοντό σε µήκος. Ενώ άλλοι δε, το όνοµα κοντάκιο, το ετυµολογούν από το «κοντό» (= τράπεζα ψαλτηρίου) όπου οι ψάλτες άφηναν, ή συχνά ακουµπούσαν τα λειτουργικά κείµενα. Εξ αυτών ορθότερο φαίνεται µάλλον το πρώτο. Το κοντάκιο απαρτίζεται από µία και µόνο στροφή. Οι δε στροφές που ακολουθούν στο κυρίως ύµνο ονοµάζονται «Οίκοι» που µπορεί να είναι απεριόριστοι σε αριθµό (δεν υπάρχει περιορισµός). Στο τέλος όµως του καθενός «οίκου» (δηλαδή κάθε στροφής) διακρίνουµε το « εφύµνιο » που µπορεί να είναι ένας, δύο ή τρεις στίχοι που επαναλαµβάνονται ακριβώς οι ίδιοι σε όλους τους οίκους, σε όλο τον ύµνο. Σε πολλούς δε ύµνους τα αρχικά γράµµατα των Οίκων δηµιουργούν κάθετα µια « ακροστιχίδα » που µπορεί να φανερώνει αλφάβητο, όνοµα, ρητό ή και φράση. Παραδείγµατα: • Στην ακολουθία του Ακαθίστου Ύµνου , στους «Χαιρετισµούς» όπως λέει ο λαός το «Χαίρε Νύµφη ανύµφευτε» ή το «Αλληλούια» είναι «εφύµνια». • Το γνωστό «Τη υπερµάχω στρατηγώ...» είναι το κοντάκιο του Ακάθιστου Ύµνου και όχι αυτός καθ΄ αυτός ο Ακάθιστος που ακολουθεί του κοντακίου και του οποίου οι Οίκοι είναι 24, των οποίων η ακροστιχίδα παρουσιάζει το Ελληνικό αλφάβητο πχ Άγγελος πρωτοστάτης ...(Αρχή 1ου οίκου), Βλέπουσα η Αγία ...(αρχή 2ου οίκου), Γ νώσιν άγνωστον...(αρχή 3ου οίκου) κλπ. • Η Ακροστιχίδα στον Ύµνο της Θείας Γέννησης παράγει τη φράση «Του ταπεινού Ρωµανού Ύµνος». Οι ύµνοι κυρίως συγγράφονται έµµετρα, δηλαδή µε τονικά µέτρα σε συνήθη βάση αυτή της οµοτονίας αλλά και της ισοσυλλαβίας των στίχων µε πολλές όπως µπορεί να παρατηρήσει κάποιος παραχωρήσεις στην αποκαλυπτόµενη µελωδία. Η δε οµοιοκαταληξία που χρησιµοποιούταν συχνά αν και δεν ακολουθούσε αυστηρά αυτή της σύγχρονης, εντούτοις εµφανιζόταν πολλές φορές µε απλή παρήχηση. Παραδείγµατα: Εκ του Ακάθιστου Ύµνου πλείστα τα παραδείγµατα όπως: η χαρά εκλάµψειη αρά εκλείψει, ανθρωπίνοις λογισµοίς - αγγέλων οφθαλµοίς, νεουργείται - βρεφουργείται, µύστις - πίστις κλπ. Τέλος στους ύµνους παρατηρούνται δύο διαφορετικές µουσικές µελωδίες (σκοπούς) µία για το αρχικό το κοντάκιο και µία για όλους τους Οίκους του Ύµνου. • Όταν το κοντάκιο έχει µοναδική µουσική µελωδία ονοµάζεται «ιδιόµελο». • Γενικά το κοντάκιο είναι λακωνικότερο του Τροπάριου µε κύριο σκοπό το σύντοµο ιστορικό εγκώµιο του εορταζοµένου Αγίου ή της επετείου της ηµέρας.(πχ Κοντάκιο Θεοφανείων ) • Μέγας ποιητής του εκκλησιαστικού αυτού είδους ποίησης υπήρξε ο Ρωµανός ο Μελωδός







Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Επαναληπτικό Β' Οικουμενικές Σύνοδοι

Επαναληπτικό Β' ΛΥΚΕΙΟΥ
                                   Ιδιότητες της Εκκλησίας:
• ΜΙΑ, γιατί στηρίζεται στην ενότητα του Ενός Θεού. (Πατέρα, Υιού και Αγίου Πνεύματος).Η ενότητα της Εκκλησίας εντοπίζεται στο δόγμα το ήθος τη λατρεία και τα έθιμα αυτής. Η Εκκλησία είναι μία γιατί ένα είναι το δόγμα της και μια η πίστη της. Την ενότητα αυτή καταλύουν οι αιρέσεις και τα σχίσματα. Γι' αυτό η Εκκλησία απομάκρυνε αυτά τα αιρετικά κινήματα από το σώμα της, πρώτα για να περισώσει  την ενότητά της και ύστερα για να προστατεύσει τα μέλη της από την διαβρωτική τους ενέργεια.
• ΑΓΙΑ, επειδή είναι χωρισμένη από κάθε αμαρτία, γιατί και ο Θεός είναι Άγιος. Άγιοι είναι και οι άνθρωποι που είναι μέλη της Εκκλησίας, που αν και πρόσκαιρα αμαρτάνουν στη συνέχεια συγχωρούνται γιατί αγωνίζονται και διώχνουν από μέσα τους τις αδυναμίες τους.
• ΚΑΘΟΛΙΚΗ, γιατί υπάρχει σ' όλη την οικουμένη, από την μια άκρη της γης ως την άλλη.  Ακόμα γιατί διδάσκει με τρόπο ακέραιο και χωρίς παραλείψεις όλα τα δόγματα που πρέπει να γνωρίζουν οι άνθρωποι, για τα ορατά και τα αόρατα πράγματα, για τα επουράνια και τα επίγεια. Και ακόμα γιατί φέρνει την αληθινή λατρεία σε όλες τις κατηγορίες ανθρώπων, άρχοντες και αρχόμενους, λόγιους και αγράμματους. Γιατί τέλος, γιατρεύει και θεραπεύει καθολικά κάθε είδους αρετή που εκδηλώνεται με έργα με λόγια και γενικά με παντοειδή πνευματικά χαρίσματα.
• ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ, γιατί διατηρεί ανόθευτη και απαραχάρακτη την Αποστολική διδασκαλία και Παράδοση και επειδή οι επίσκοποι που την ποιμαίνουν είναι διάδοχοι των αγίων Αποστόλων. Σημείο αυθεντικότητας της Εκκλησίας είναι όχι μόνο η αποστολική διαδοχή αλλά και η αποστολική διδαχή, ότι δηλαδή αληθινό παρέλαβαν οι απόστολοι και παρέδωσαν στους επισκόπους ως παρακαταθήκη πίστεως. Η Εκκλησία είναι αποστολική στο μέτρο που διατηρεί ακέραιη τη διδασκαλία των αποστόλων. 
                                         Οι Οικουμενικές Σύνοδοι
1. Η πρώτη Σύνοδος έγινε το 325 στη Νίκαια με αυτοκράτορα τον Μέγα Κωνσταντίνο. Καταδίκασε την άποψη του Αρείου που έλεγε ότι ο Υιός του Θεού δεν είναι ομοούσιος με τον Πατέρα και άρα δεν είναι αληθινός Θεός αλλά δημιούργημα του Πατέρα.
2. Η δεύτερη Σύνοδος έγινε το 381 στην Κωνσταντινούπολη με αυτοκράτορα τον Μέγα Θεοδόσιο. Μετά τον Άρειο εμφανίστηκαν στην Εκκλησία και νέοι αιρετικοί, όπως οι Πνευματομάχοι ή Μακεδονιανοί, υπό τον αιρεσιάρχη Μακεδόνιο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και άλλοι που προσείλκυαν πολλούς οπαδούς.  Αυτοί αρνούνταν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, θεωρώντας αυτό «κτίσμα και όχι Θεό, ούτε ομοούσιο με τον Πατέρα και τον Υιό». Η Σύνοδος όρισε πίστη στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, μιας θεότητας με τρεις ομότιμες  και ισάξιες προσωπικότητες.
3. Η τρίτη Σύνοδος έγινε το 431 στην Έφεσο με αυτοκράτορα τον Θεοδόσιος Β'. Η Σύνοδος αυτή καταδίκασε τον αιρετικό Νεστόριο που χώριζε τον ένα Χριστό σε δυο πρόσωπα, ένα του Θεού Λόγου και ένα του υιού της Μαρίας. Η Σύνοδος όρισε ότι ο
Επαναληπτικό  Β' Χριστός έχει μια προσωπικότητα και είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Η Μαρία μπορεί να ονομάζεται Θεοτόκος μιας και γέννησε τον Θεό Λόγο.
4. Η τέταρτη Σύνοδος έγινε το 451 στη Χαλκηδόνα της Μικράς Ασίας επί Αυτοκράτορα Μαρκιανού. Η Σύνοδος ασχολήθηκε με τις αιρετικές θέσεις του αρχιμανδρίτη Ευτυχή. Αυτός έλεγε ότι οι δυο φύσεις του Χριστού, η ανθρώπινη και η θεϊκή αναμείχθηκαν και δημιούργησαν μια νέα φύση που δεν είναι ούτε ανθρώπινη ούτε θεϊκή (Μονοφυσιτισμός). Η Σύνοδος ανακήρυξε ένα Ιησού Χριστό τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο, ομοούσιος με τον Πατέρα και ομοούσιος με τους ανθρώπους. Οι δυο φύσεις του Χριστού η θεϊκή και η ανθρώπινη ενώνονται χωρίς να συγχέεται η μια με την άλλη, χωρίς να μετατρέπεται η μια σε άλλη, χωρίς να διαιρούνται ή να χωρίζονται. Οι δυο φύσεις διατηρούν ακέραιες τις ιδιότητές τους στο ένα πρόσωπο του Χριστού.
5. Η πέμπτη Σύνοδος έγινε το 553 στη Κωνσταντινούπολη υπό του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Η Σύνοδος καταδίκασε το Ωριγένη (185-251) που έλεγε ότι οι ψυχές προϋπάρχουν από την γέννηση των σωμάτων. Αυτές κατοικούν σε ανθρώπινα σώματα και όταν αυτά πεθαίνουν μπαίνουν σε κάποιο νέο σώμα (ενός βρέφους).
6. Η έκτη Σύνοδος συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη  το 680 από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ΄ Πωγωνάτο. Η Σύνοδος καταδίκασε την αίρεση του Μονοθελητισμού και Μονοενεργητισμού. Υποστήριζαν ότι ο Χριστός έχει μια θεία θέληση και μια θεία ενέργεια, αυτή της θεϊκής φύσης. Η Σύνοδος αποφάσισε ότι ο Χριστός έχει δύο φύσεις, άρα έχει και δυο θελήσεις και δυο ενέργειες, μια θεία θέληση και ενέργεια και μια ανθρώπινη θέληση και ενέργεια, ενωμένες αδιαίρετα άτρεπτα αχώριστα και ασύγχυτα. Εαν οι ιδιότητες των φύσεων ακυρωθούν τότε και οι φύσεις ακυρώνονται, γιατί κάθε φύση υπάρχει μαζί με τις ιδιότητές της. Κάθε φύση ενεργεί τα δικά της χαρακτηριστικά, η θεία φύση ενεργεί τα θεία και η ανθρώπινη τα ανθρώπινα. Συνοπτικά λέμε ότι ο Ιησούς Χριστός, ο ένας της τριάδας, έγινε άνθρωπος, ομοούσιος με εμάς, χωρίς αμαρτίες, και ένωσε στην μια προσωπικότητά του, στην προσωπικότητα του Θεού Λόγου, τη θεία και την ανθρώπινη φύση ασύγχυτα, άτρεπτα, αχώριστα, και αδιαίρετα.  
7. Η έβδομη Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ΄ και τη μητέρα του, Αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία  το 787 στη Νίκαια της Βιθυνίας. Η Σύνοδος καταδίκασε τους εικονομάχους και διακήρυξε ότι θεός είναι μεν απερίγραπτος, όμως ο Θεός με την σάρκωση και ενανθρώπησή Του πήρε ανθρώπινη μορφή στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, το οποίο είναι σαφώς περιγραπτό και υλικό. Η απεικόνιση λοιπόν της μορφής του Χριστού μας υπενθυμίζει αυτό το μεγάλο γεγονός της ενανθρωπήσεως του Θεού και της Θείας Οικονομίας που άνοιξε στην ανθρωπότητα τον δρόμο που θα την οδηγήσει και πάλι κοντά στον Πατρικό οίκο. Αντίστοιχα, η απεικόνιση των Αγίων μας βοηθά να θυμόμαστε τα γεγονότα του βίου τους, να διατηρούμε ζωντανό το παράδειγμά τους και να τους μιμούμαστε. Αυτή την Ορθή Πίστη διακηρύττουμε κάθε χρόνο την Κυριακή της Ορθοδοξίας, λιτανεύοντας τις Εικόνες και διαβάζοντας τις κυριότερες αποφάσεις της Συνόδου.