Επαναληπτικό
Β' ΛΥΚΕΙΟΥ
Ιδιότητες
της Εκκλησίας:
•
ΜΙΑ, γιατί στηρίζεται στην ενότητα του Ενός Θεού. (Πατέρα, Υιού και Αγίου
Πνεύματος).Η ενότητα της Εκκλησίας εντοπίζεται στο δόγμα το ήθος τη λατρεία και
τα έθιμα αυτής. Η Εκκλησία είναι μία γιατί ένα είναι το δόγμα της και μια η
πίστη της. Την ενότητα αυτή καταλύουν οι αιρέσεις και τα σχίσματα. Γι' αυτό η
Εκκλησία απομάκρυνε αυτά τα αιρετικά κινήματα από το σώμα της, πρώτα για να
περισώσει την ενότητά της και ύστερα για
να προστατεύσει τα μέλη της από την διαβρωτική τους ενέργεια.
•
ΑΓΙΑ, επειδή είναι χωρισμένη από κάθε αμαρτία, γιατί και ο Θεός είναι Άγιος.
Άγιοι είναι και οι άνθρωποι που είναι μέλη της Εκκλησίας, που αν και πρόσκαιρα
αμαρτάνουν στη συνέχεια συγχωρούνται γιατί αγωνίζονται και διώχνουν από μέσα
τους τις αδυναμίες τους.
•
ΚΑΘΟΛΙΚΗ, γιατί υπάρχει σ' όλη την οικουμένη, από την μια άκρη της γης ως την
άλλη. Ακόμα γιατί διδάσκει με τρόπο
ακέραιο και χωρίς παραλείψεις όλα τα δόγματα που πρέπει να γνωρίζουν οι άνθρωποι,
για τα ορατά και τα αόρατα πράγματα, για τα επουράνια και τα επίγεια. Και ακόμα
γιατί φέρνει την αληθινή λατρεία σε όλες τις κατηγορίες ανθρώπων, άρχοντες και
αρχόμενους, λόγιους και αγράμματους. Γιατί τέλος, γιατρεύει και θεραπεύει
καθολικά κάθε είδους αρετή που εκδηλώνεται με έργα με λόγια και γενικά με
παντοειδή πνευματικά χαρίσματα.
•
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ, γιατί διατηρεί ανόθευτη και απαραχάρακτη την Αποστολική διδασκαλία
και Παράδοση και επειδή οι επίσκοποι που την ποιμαίνουν είναι διάδοχοι των
αγίων Αποστόλων. Σημείο αυθεντικότητας της Εκκλησίας είναι όχι μόνο η
αποστολική διαδοχή αλλά και η αποστολική διδαχή, ότι δηλαδή αληθινό παρέλαβαν
οι απόστολοι και παρέδωσαν στους επισκόπους ως παρακαταθήκη πίστεως. Η Εκκλησία
είναι αποστολική στο μέτρο που διατηρεί ακέραιη τη διδασκαλία των
αποστόλων.
Οι
Οικουμενικές Σύνοδοι
1.
Η πρώτη Σύνοδος έγινε το 325 στη Νίκαια με αυτοκράτορα τον Μέγα Κωνσταντίνο.
Καταδίκασε την άποψη του Αρείου που έλεγε ότι ο Υιός του Θεού δεν είναι
ομοούσιος με τον Πατέρα και άρα δεν είναι αληθινός Θεός αλλά δημιούργημα του
Πατέρα.
2.
Η δεύτερη Σύνοδος έγινε το 381 στην Κωνσταντινούπολη με αυτοκράτορα τον Μέγα
Θεοδόσιο. Μετά τον Άρειο εμφανίστηκαν στην Εκκλησία και νέοι αιρετικοί, όπως οι
Πνευματομάχοι ή Μακεδονιανοί, υπό τον αιρεσιάρχη Μακεδόνιο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως
και άλλοι που προσείλκυαν πολλούς οπαδούς. Αυτοί αρνούνταν τη θεότητα του Αγίου
Πνεύματος, θεωρώντας αυτό «κτίσμα και όχι Θεό, ούτε ομοούσιο με τον Πατέρα και
τον Υιό». Η Σύνοδος όρισε πίστη στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου
Πνεύματος, μιας θεότητας με τρεις ομότιμες
και ισάξιες προσωπικότητες.
3.
Η τρίτη Σύνοδος έγινε το 431 στην Έφεσο με αυτοκράτορα τον Θεοδόσιος Β'. Η
Σύνοδος αυτή καταδίκασε τον αιρετικό Νεστόριο που χώριζε τον ένα Χριστό σε δυο
πρόσωπα, ένα του Θεού Λόγου και ένα του υιού της Μαρίας. Η Σύνοδος όρισε ότι ο
Επαναληπτικό
Β' Χριστός έχει μια προσωπικότητα και
είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Η Μαρία μπορεί να ονομάζεται Θεοτόκος μιας
και γέννησε τον Θεό Λόγο.
4.
Η τέταρτη Σύνοδος έγινε το 451 στη Χαλκηδόνα της Μικράς Ασίας επί Αυτοκράτορα
Μαρκιανού. Η Σύνοδος ασχολήθηκε με τις αιρετικές θέσεις του αρχιμανδρίτη
Ευτυχή. Αυτός έλεγε ότι οι δυο φύσεις του Χριστού, η ανθρώπινη και η θεϊκή αναμείχθηκαν
και δημιούργησαν μια νέα φύση που δεν είναι ούτε ανθρώπινη ούτε θεϊκή (Μονοφυσιτισμός).
Η Σύνοδος ανακήρυξε ένα Ιησού Χριστό τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο, ομοούσιος
με τον Πατέρα και ομοούσιος με τους ανθρώπους. Οι δυο φύσεις του Χριστού η
θεϊκή και η ανθρώπινη ενώνονται χωρίς να συγχέεται η μια με την άλλη, χωρίς να
μετατρέπεται η μια σε άλλη, χωρίς να διαιρούνται ή να χωρίζονται. Οι δυο φύσεις
διατηρούν ακέραιες τις ιδιότητές τους στο ένα πρόσωπο του Χριστού.
5.
Η πέμπτη Σύνοδος έγινε το 553 στη Κωνσταντινούπολη υπό του αυτοκράτορα
Ιουστινιανού. Η Σύνοδος καταδίκασε το Ωριγένη (185-251) που έλεγε ότι οι ψυχές
προϋπάρχουν από την γέννηση των σωμάτων. Αυτές κατοικούν σε ανθρώπινα σώματα
και όταν αυτά πεθαίνουν μπαίνουν σε κάποιο νέο σώμα (ενός βρέφους).
6.
Η έκτη Σύνοδος συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη
το 680 από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ΄ Πωγωνάτο.
Η Σύνοδος καταδίκασε την αίρεση του Μονοθελητισμού και Μονοενεργητισμού. Υποστήριζαν
ότι ο Χριστός έχει μια θεία θέληση και μια θεία ενέργεια, αυτή της θεϊκής
φύσης. Η Σύνοδος αποφάσισε ότι ο Χριστός έχει δύο φύσεις, άρα έχει και δυο
θελήσεις και δυο ενέργειες, μια θεία θέληση και ενέργεια και μια ανθρώπινη
θέληση και ενέργεια, ενωμένες αδιαίρετα άτρεπτα αχώριστα και ασύγχυτα. Εαν οι
ιδιότητες των φύσεων ακυρωθούν τότε και οι φύσεις ακυρώνονται, γιατί κάθε φύση
υπάρχει μαζί με τις ιδιότητές της. Κάθε φύση ενεργεί τα δικά της χαρακτηριστικά,
η θεία φύση ενεργεί τα θεία και η ανθρώπινη τα ανθρώπινα. Συνοπτικά λέμε ότι ο
Ιησούς Χριστός, ο ένας της τριάδας, έγινε άνθρωπος, ομοούσιος με εμάς, χωρίς
αμαρτίες, και ένωσε στην μια προσωπικότητά του, στην προσωπικότητα του Θεού
Λόγου, τη θεία και την ανθρώπινη φύση ασύγχυτα, άτρεπτα, αχώριστα, και
αδιαίρετα.
7. Η έβδομη Οικουμενική
Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ΄ και τη μητέρα του,
Αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία το 787 στη Νίκαια της Βιθυνίας.
Η Σύνοδος καταδίκασε τους εικονομάχους και διακήρυξε ότι θεός είναι μεν απερίγραπτος, όμως ο Θεός με την σάρκωση και
ενανθρώπησή Του πήρε ανθρώπινη μορφή στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, το οποίο
είναι σαφώς περιγραπτό και υλικό. Η απεικόνιση λοιπόν της μορφής του Χριστού
μας υπενθυμίζει αυτό το μεγάλο γεγονός της ενανθρωπήσεως του Θεού και της Θείας
Οικονομίας που άνοιξε στην ανθρωπότητα τον δρόμο που θα την οδηγήσει και πάλι
κοντά στον Πατρικό οίκο. Αντίστοιχα, η απεικόνιση των Αγίων μας βοηθά να
θυμόμαστε τα γεγονότα του βίου τους, να διατηρούμε ζωντανό το παράδειγμά τους
και να τους μιμούμαστε. Αυτή την Ορθή Πίστη διακηρύττουμε κάθε χρόνο την
Κυριακή της Ορθοδοξίας, λιτανεύοντας τις Εικόνες και διαβάζοντας τις κυριότερες
αποφάσεις της Συνόδου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου