Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2018

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους
Αποτέλεσμα εικόνας για Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους
                                        Βιογραφία

Ο Άγιος Πέτρος κατάγονταν από την Κωνσταντινούπολη και γεννήθηκε περί τα μέσα του 9ου αιώνα μ.Χ. Οι γονείς του διακρίνονταν όχι μόνο κατά τον επίγειο πλούτο τους, αλλά και στην ευσέβεια και στη φιλανθρωπία. Τα ονόματά τους δεν είναι γνωστά. Γνωρίζουμε μόνο ότι σε ατμόσφαιρα αρετής και σωφροσύνης, αγάπης και ελεημοσύνης, ευλάβειας και ευσέβειας, εξέθρεψαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου τα πέντε τέκνα τους: Παύλο, Διονύσιο, Πέτρο, Πλάτωνα και την θυγατέρα τους.

Γονείς και τέκνα με ένθεο ζήλο επιλέγουν την άσκηση της μοναχικής ζωής και αποσύρονται σε μονή. Εκεί ο Πέτρος, από νεαρή ηλικία, απερίσπαστος από κοσμικές ή άλλες φροντίδες, αφοσιώνεται με όλες του τις δυνάμεις στην άσκηση και τον αγώνα της αρετής. Αναδεικνύεται ο αυστηρός ασκητής της ερήμου, κοσμούμενος με τις αρετές της ταπεινοφροσύνης, της σωφροσύνης, της φιλαλήθειας, της συμπάθειας, της φιλανθρωπίας, της υπομονής, της εγκράτειας, της προσευχής. Μελετά την Αγία Γραφή και τους Πατέρες, αλλά και τη θύραθεν σοφία, την αρχαία ελληνική γραμματολογία, έχοντας ως πρότυπο τον Μέγα Φώτιο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

Αφού έμαθε τις αρετές του Αγίου Πέτρου, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος ο Μυστικός, άνδρας προικισμένος με σοφία, ικανότητα, διορατικότητα και αποφασιστικότητα, επιθυμούσε διακαώς να αναβιβάσει τον Άγιο στο αξίωμα της αρχιεροσύνης και τον κάλεσε προκειμένου να πληρώσει τη χηρεύουσα Μητρόπολη Κορίνθου. Ο Άγιος Πέτρος διστάζει να ανταλλάξει την αγαπητή του ειρηνική ζωή με την τύρβη του κόσμου. Με μετριοφροσύνη αποποιείται την τιμή, ευχαριστεί και αρνείται. Ο Πατριάρχης τότε στρέφεται προς τον αδελφό του Αγίου, Παύλο, τον οποίο καθιστά Μητροπολίτη Κορίνθου. Αλλά και δεν παύει να προσπαθεί να πείσει τον Πέτρο να αποδεχθεί την αρχιεροσύνη. Ένεκα τούτο και για να μην πικραίνει τον Πατριάρχη, ο Άγιος αποφασίζει να κατέλθει στην Κόρινθο, τον θρόνο της οποίας κοσμούσε ο αδελφός του Παύλος, για να εφησυχάσει κοντά του.

Όταν χήρεψε η Επισκοπή Άργους, η οποία εξαρτιόταν από την Μητρόπολη Κορίνθου, Αργείοι και Ναυπλιείς απευθύνονται προς τον Επίσκοπο Παύλο ζητώντας επίμονα ως Επίσκοπο της περιοχής τους τον Άγιο Πέτρο. Ο Άγιος κάμπτεται και αποδέχεται τη θέση του Επισκόπου Άργους.

Ως Επίσκοπος αναδεικνύεται τύπος των πιστών σε όλα. Δίδασκε αδιάλειπτα με τα λόγια και τα έργα, στήριζε τους κλονιζόμενους, έτρεφε τους πεινώντες, θεράπευε τους πάσχοντες, εξαγόραζε αιχμαλώτους των Σαρακηνών. Όλοι φωτίζονται από το φως της αλήθειας και το άγιο παράδειγμά του. Ο Δωρεοδότης Θεός επιβραβεύει τις αρετές του Αγίου και απαντά στις δεήσεις υπέρ του ποιμνίου του, χαρίζοντας πλούσιες τις ευλογίες Του. Χάρη στην επέμβαση και τις προσευχές του Αγίου, επιτελούνται θαύματα. Ως άλλος προφήτης Ηλίας τρέφει σε καιρό λιμού τους κατοίκους της περιοχής με λίγο αλεύρι. Λυτρώνει με την επίμονη προσευχή του νεαρή αιχμάλωτη των Σαρακηνών. Θεραπεύει γυναίκα δαιμονισμένη.

Ακόμη ο Άγιος, πολυμαθής και σοφός, είναι ο παιδευτικός και ευφράδης διδάσκαλος. Τούτο μαρτυρούν οι διασωθέντες επτά λόγοι του.

Επί τρεις ημέρες η γλυκιά φωνή του Αγίου Πέτρου νουθετεί από το κρεβάτι τα τέκνα του και τα ευλογεί. Με την προσευχή και το σημείο του Σταυρού κοιμήθηκε με ειρήνη περί το 925 μ.Χ. Το πρόσωπό του φαινόταν ως να ζούσε και να κοιμόταν, φωτισμένο με φως. Ιερείς και πλήθος λαού, με συγκίνηση και ευλάβεια, ενταφιάζουν το ιερό λείψανο στην αριστερή πλευρά του ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Τα τίμια λείψανά του γίνονται πρόξενα πολλών θαυμάτων. Όμως, στις 21 Ιανουαρίου του 1421 μ.Χ., ο Λατίνος Επίσκοπος Σιγουντονάνης άρπαξε το ιερό σκήνωμα, για να το μεταφέρει στη Ρώμη.

Ἀπολυτίκιον  .
Πέτρα ἄρρηκτος, τῆς Ἐκκλησίας, ποιμὴν ἄριστος, πόλεως Ἄργους, ἀνεδείχθης Ἱεράρχα πανεύφημε. Ὡς οὒν πιστὸς οἰκονόμος τῆς χάριτος, παντοίων νόσων ἠμᾶς ἐλευθέρωσαν, Πέτρε Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν αἰτούμενος, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον

Τῷ Κορυφαίῳ τῶν σοφῶν Ἀποστόλων, συνωνύμησας εὐκλεῶς Πάτερ Πέτρε, τῶν τούτων κατετρύφησας ἁγίων δωρεῶν· ζήλῳ γὰρ τῆς πίστεως, εὐσεβῶς διαπρέψας, θαύμασιν ἐκόσμησας, τὸν σὸν ἔνθεον βίον· Ἱερουργὲ τῆς δόξης τοῦ Χριστοῦ, τοὺς σὲ τιμῶντας, κινδύνων διάσωζε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις Βυζαντίου θεῖος βλαστός, καὶ τῆς Ἀργολίδος, ποιμενάρχης καὶ ἀρωγός· χαίροις Ἐκκλησίας, πνευματοφόρος πέτρα, τῆς χάριτος τὸ ὕδωρ, Πέτρε πηγάζουσα.


Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου Άργους
Φωτογραφία του Marin Lesson.
Οι Αργείοι  αγαπούσαν και αγαπούν, πίστευαν και πιστεύουν βαθειά τον Άγιο τους. Επιθυμούσαν διακαώς την ανέγερση ενός περίλαμπρου Ναού αφιερωμένου στον Άγιο Πατέρα. Διαπίστωσαν  ότι, ενώ η πόλη  συνεχώς μεγάλωνε, ο μεν μικρός Ναός του Αγίου Νικολάου δεν εξυπηρετούσε πλέον τις ανάγκες του Αργειακού λαού, ο δε Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, που ήταν τότε η Μητρόπολη, βρισκόταν εκτός του κέντρου της πόλης. Αποφάσισαν λοιπόν, την ίδρυση ενός μεγάλου και πολυτελούς Ναού σε κεντρικό σημείο της πόλης. Αρχικά, σκέφθηκαν να ανεγερθεί ο νέος Ναός, πάνω στα ερείπια του παλαιού ή κοντά σε αυτά. Ολόκληρη η περιοχή τότε καλυπτόταν  από νεκροταφείο, κήπους και χωράφια. Κατόπιν όμως  ωριμότερης σκέψης, αποφάσισαν  να κτισθεί στο χώρο που βρίσκεται σήμερα.
 « Κατά την παράδοσιν το γήπεδον ανήκεν εις την μεγάλην οικογένειαν Μπερρούκα, το οποίον, ως φαίνεται εκ των υστέρων, οι Αργείοι κατέλαβον αυθαιρέτως διότι μετά την έγερσιν του ναού οι κληρονόμοι ήγειρον αγωγήν κατά του Δημοσίου, την οποίαν και έχασαν, διότι έπρεπε να στραφούν κατά του Δήμου, αλλά μετά παρέλευσιν ετών η υπόθεσις, άγνωστον πως παρεγράφη, και ούτως έμεινεν ο τόπος υπό την κυριότητα και εξουσίαν του ναού».
 Η θεμελίωση του Ναού, πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιουλίου 1859, εορτή της Αγίας Μαρίνας, με μεγάλη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια, από τον Επίσκοπο Αργολίδας Γεράσιμο Παγώνη και τον Δήμαρχο Πέτρο Διβάνη. Οι προεργασίες όμως και η έναρξη των εργασιών, είχαν ξεκινήσει επί Δημαρχίας Ιωάννη Βλάσση. Στην τελετή παραβρέθηκε  και ο βασιλιάς Όθων, ο οποίος έριξε στα θεμέλια μερικά χρυσά νομίσματα. Κατά την εκσκαφή των θεμελίων, βρέθηκαν αρχαίες επιγραφές, αναφερόμενες σε τελετές στο θεό Απόλλωνα και όπως αναφέρει ο Ιωάννης Κοφινιώτης, εκεί θα πρέπει να βρισκόταν ιερό του Λυκίου Απόλλωνα. Δεν γνωρίζουμε αν ο Δήμος ή το κράτος προσέφεραν κάποια χρήματα για την οικοδόμηση του Ναού. Σίγουρα όμως πρόσφερε πολλά ο απλός κόσμος που πάντοτε πρωτοστατεί σε εράνους προκειμένου να υλοποιηθούν διάφορα κοινωφελή και φιλανθρωπικά ιδρύματα. Λέγεται ότι για αρκετά χρόνια, οι κάτοικοι του Άργους  προσέφεραν τα αλωνιστικά τους δικαιώματα αλλά και τα δέρματα των  Πασχαλινών αμνών, τα οποία πουλούσαν και έδιναν τα χρήματα στην Εκκλησία. Ακόμη, γνωρίζουμε ότι ο λαός προσέφερε διάφορα κοσμήματα και πολύτιμα αντικείμενα για την κατασκευή της κεντρικής μεγάλης καμπάνας η οποία κατασκευάσθηκε στην Δημητσάνα.

« Οι αείμνηστοι βασιλείς Γεώργιος Α΄ και η Όλγα  επισκεφθέντες την πόλιν μας την 31 Μαρτίου 1872, προσέφερον 700 δραχμάς υπέρ των πτωχών της πόλεως και 300 δραχμάς υπέρ του ναού. Ομοίως αι γυναίκες εξ εράνου, συνέλεξαν 1.200 δραχμάς δι΄ ών ηγοράσθη ο μεγάλος πολυέλαιος ».  
Ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Π�τρου πριν από το 1940
Ο Καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου πριν από το 1940
  Ο μοναχός Ιάκωβος Κοντοβράκης προσέφερε τα χρήματα για την πλακόστρωση του δαπέδου του ναού, με  λευκά και μαύρα μάρμαρα. Στο κέντρο, και κάτω από τον πολυέλαιο υπάρχει ανάγλυφη μαρμάρινη πλάκα με χαραγμένο τον δικέφαλο αετό, σύμβολο του μεγάλου Βυζαντίου.
Προφανώς εδώ γίνεται λόγος για το ναό του αγίου Δημητρίου που υπήρχε επί τουρκοκρατίας στο Άργος, σύμφωνα με τον περιηγητή Διονύσιο Πύρρο το Θετταλό. Ήταν ενοριακός και βρισκόταν εκεί που έχει ανεγερθεί ο σημερινός ναός του αγίου Δημητρίου. Στον περίβολο του νέου ναού του αγίου Δημητρίου υπάρχουν μέχρι σήμερα μαρμάρινα τεμάχια από το καμπαναριό του ναού του Αγίου Πέτρου το οποίο διαλύθηκε το Μάρτιο του 1950, οπότε ανεγέρθησαν τα δύο σύγχρονα κωδωνοστάσια που υπάρχουν μέχρι τώρα. Σήμερα ο Άγιος Δημήτριος λειτουργεί ως παρεκκλήσιο του αγίου Πέτρου.
Τα εγκαίνια του Ναού, έγιναν στις 18 Απριλίου 1865, από τον Αρχιερέα  Γεράσιμο Παγώνη. Μέχρι τότε, λειτουργούσε  κανονικά ο Ναός του Αγίου Νικολάου, γιατί οι κάτοικοι αισθάνονταν βαθύτατο προς την ιερότητα του σεβασμό και κανείς δεν έπαιρνε την ευθύνη να τον κατεδαφίσει.
Βλέποντας  αυτό ο Αρχιερέας Γεράσιμος, αφού ανέβηκε στην οροφή του Ναού, έκανε το σταυρό του και είπε: Εγώ ο ανάξιος και αμαρτωλός δούλος Σου, Κύριε, κρημνίζω τον υπάρχοντα μικρόν και ταπεινόν τούτον Ναό Σου. ίνα ανοικοδομήσω μεγαλύτερον και μεγαλοπρεπέστερον». Συγχρόνως, αφαίρεσε  τρία κεραμίδια από την στέγη. Τότε μόνον οι Αργείοι άρχισαν την κατεδάφιση του παλαιού Ναού. Τα ιερά σκεύη και άμφια, μεταφέρθηκαν στο Ναό του Αγίου Κωνσταντίνου.
Ο λαμπρός εορτασμός του πολιούχου του Άργους, οφείλεται στην πρωτοβουλία του Ιερέως και οικονόμου της Ιεράς Μητροπόλεως Αθηνών, Σχολάρχη τότε και Διδάκτορος της Θεολογίας, ιδρυτή του Συλλόγου Αργείων « Ο Δαναός» και συγγραφέα του σπουδαίου βιβλίου « Ο πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός» Χρήστου Παπαοικονόμου, από το οποίο πολλά αντλήσαμε στοιχεία για την εκπόνηση αυτού μας του εγχειρήματος.
« Ο Σύλλογος εορτάζει και πανηγυρίζει θρησκευτικώς δ΄ ιεροτελεστίας, κανονιζομένης υπό του Διοικητικού Συμβουλίου, τη 3η Μαΐου παντός έτους, καθ΄ήν εορτάζεται ο φρουρός και προστάτης των Αργείων Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Άργους. Η ιεροτελεστία γίνεται εν τω φερονύμω ναώ, προς καλλωπισμόν του οποίου θέλει μεριμνά ο Σύλλογος» αναγράφει στο άρθρο 39 του Καταστατικού του Συλλόγου το οποίο εγκρίθηκε στις 2 Δεκεμβρίου του 1894. Ο πρώτος πανηγυρικός εορτασμός του Αγίου πραγματοποιήθηκε  στις 3 Μαΐου 1895, με πάνδημη συμμετοχή και μεγάλο ενθουσιασμό ενώ μέχρι τότε η γιορτή περνούσε απαρατήρητη.
 « Στο ναό του Αγίου Πέτρου φυλάσσεται και ένα παλαιό τριώδιο, δηλαδή βιβλίο που χρησιμοποιεί η εκκλησία κατά την περίοδο προετοιμασίας για την εορτή του Πάσχα. Σε αυτό το βιβλίο λείπει η σελίδα με την χρονολογία, αλλά υπάρχει ανορθόγραφο χειρόγραφο σημείωμα στην μπροστά σελίδα, στο οποίο διαβάζουμε:

Τώ παρόν τριόδηον  ηπάρχη του αγίου
Δημητρίου Αργους και οποιος το από
Ξενόση να εχη την Αράν των Αγίων
πάντων.
13 οκτοβρίου
1836 εν Αργει.


Ο Παλαιός Ιερός Ναός του Αγίου Πέτρου

Επί Τουρκοκρατίας η έδρα της Ιεράς Μητροπόλεως Άργους, ήταν στην Αγία Τριάδα (Μέρμπακα) κοντά στον ιστορικό Βυζαντινό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η Μητρόπολη αυτή καταστράφηκε το 1770 από τους Τούρκους κατά την επανάσταση του Ορλώφ. Μετά την καταστροφή και για λόγους ασφάλειας, οι Μητροπολίτες Άργους, κατοικούσαν στην πόλη του Άργους όπου και έκτισαν το Μητροπολιτικό μέγαρο (1770-1779) κοντά στον παλαιό Ναό του Αγίου Πέτρου, γνωστού ως Δεσποτικό. Ο παλαιός Ναός του Αγίου Πέτρου, βρισκόταν σχεδόν επί της σημερινής Βασιλίσσης Σοφίας όπου αργότερα κτίστηκε η οικία Α. Παναγιωτόπουλου και στεγάστηκε  η Υποδιοίκηση Χωροφυλακής. Ο περίβολος της Εκκλησίας, που ήταν τεράστιος, έπιανε από την περιοχή που σήμερα είναι το κτίριο του Συλλόγου «Δαναού» επί της οδού Αγγελή Μπόμπου και έφτανε πέρα από την κλινική Κεραμίδα μέχρι την σημερινή οδό Πασχαλινοπούλου, όπου και η οικία Νανοπούλου. Στο σημείο αυτό – προγενέστερα-  είχε ανεγερθεί η Επισκοπή Άργους. Διάφορα εναπομείναντα στοιχεία μαρτυρούν την ιερή διαδρομή της «αρχαιοτάτης Αποστολικής Επισκοπής Άργους».

Εκείνα τα χρόνια (1829-1830) δεν υπήρχε στο κέντρο του Άργους η σημερινή ρυμοτομία. Δεν είχαν χαραχτεί ακόμη οι κεντρικοί δρόμοι και αρκετές εκτάσεις ήταν δεντρόφυτες ή περιβόλια. Δεν έχουμε πολλά να αναφέρουμε σχετικά με τον Ναό. Μας είναι άγνωστα βασικά στοιχεία. Δεν γνωρίζουμε το μέγεθος, το σχήμα ή το ρυθμό του, την χρονολογία ίδρυσης του και τέλος, δεν διαθέτουμε  κάποια γραπτή μαρτυρία. Ανατολικότερα και ανάμεσα στις οδούς Βασ. Σοφίας και Καλμούχου, υπήρχε Νεκροταφείο για τους επιφανείς Αργείους. Τα αποκαλούμενα « Μνήματα»

Στις 25 Απριλίου 1821 ημέρα Δευτέρα, ο σερασκέρης Κεχαγιάμπεης με 3.500 Αλβανούς κατέλαβαν την πόλη, μετά την διάλυση μικρού, ασύντακτου και απειροπόλεμου επαναστατικού τμήματος Αργείων και Σπετσιωτών αγωνιστών στην περιοχή του Ξηριά. Οι δε Τούρκοι, επί έξι ημέρες πέρασαν την πόλη « δια πυρός και σιδήρου». Έσφαξαν σε μια μάντρα 700 Αργείους, βίασαν γυναίκες, λεηλάτησαν και έκαψαν σπίτια. Μεταξύ των πυρπολημένων κτιρίων ήταν και το Μητροπολιτικό Μέγαρο. Δεκαοκτώ νεαρές Αργείες για να αποφύγουν την αιχμαλωσία και την ατίμωση, πνίγηκαν, πέφτοντας στα πηγάδια της πόλης.
Στα ερείπια του παλαιού Ναού, αργότερα, ο τότε Δήμαρχος Μιχαήλ Πασχαλινόπουλος (1866-1870) έκτισε Δημοτικό Σχολείο Θηλέων. Το 1892 ο Δήμαρχος Χαρ. Μυστακόπουλος (1891-1893) ισοπέδωσε το Σχολείο χάριν της δημιουργίας ρυμοτομίας στην πόλη. Προς τιμή του μετά από 54 χρόνια, δόθηκε το όνομα του στην νεοχαραχθείσα τότε οδό.
  


Ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου

Αφού αναφερθήκαμε στους δύο σεπτούς και περικαλλείς Ναούς της πόλης, κυρίως για λόγους ιστορικούς και σεβασμού προς την Εκκλησιαστική ιστορία της περιοχής μας, θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε εν συντομία και στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου, Επισκόπου Μύρων της Λυκίας, του Θαυματουργού, που προϋπήρχε λίγα μόλις μέτρα από τον σημερινό Ναό, επί της πλατείας Ομονοίας, όπως τότε λεγόταν η σημερινή Αγίου Πέτρου.
Σύμφωνα με πληροφορίες ο συγκεκριμένος Ναός πρέπει να ήταν ιδιοκτησία της οικογένειας Περρούκα. Ήταν όμοιος με τον Ναό του Αγίου Δημητρίου αλλά λίγο μικρότερος. Είχε μήκος 14 μέτρα, πλάτος 7 μέτρα και ύψος 3,5 μέτρα, χωρίς τρούλο ενώ για να εισέλθεις κατέβαινες 3 σκαλιά όπως και ο παλαιός Ναός του Αγίου Ιωάννη στην οδό Γούναρη. Πιθανότατα ήταν Βυζαντινού ρυθμού. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς κτίστηκε. Διέθετε ξύλινο καμπαναριό και υπόστεγο με κεραμίδια προς την ανατολική πλευρά του καθώς και πέτρινο πεζούλι.  Εκείνο τον καιρό, τους Ναούς τους έκτιζαν ημιυπόγειους προκειμένου να εμποδίζουν την βεβήλωση τους από  έφιππους Τούρκους. Γύρω από την Εκκλησία υπήρχαν ξύλινα κιγκλιδώματα και προς τον βορρά βρισκόταν το ηλιακό ημερολόγιο η γνωστή «Ημεριδιάνα». Ο Ναός του Αγίου Νικολάου συνδέεται και με τα σκληρά γεγονότα της 4ης Ιανουαρίου 1833, ημέρα της μεγάλης σφαγής των Αργείων από τους Γάλλους.

Ο Ναός διατηρήθηκε σε καλή κατάσταση και λειτουργούσε κανονικά μέχρι τις 18 Απριλίου 1865, ημέρα των εγκαινίων του σημερινού Ναού του Αγίου Πέτρου.


Ιστορικό της ευρέσεως και επανόδου των Λειψάνων του  Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Ιάκωβος στον ενθρονιστήριο λόγο του την 22" Δεκεμβρίου 1985, στον Καθεδρικό ναό του Άγιου Πέτρου στο Άργος είπε ότι κατόπιν αιτήσεως του πατρός Ευαγγέλου Στασινόπουλου, εφημερίου του εν λόγο Ναού, αποφάσισε να συνεχίσει τις προσπάθειες των προκατόχων του Επισκόπων, για την ανεύρεση και επαναφορά των Ιερών Λειψάνων του εν Αγίοις Πατρός ημών Πέτρου Επισκόπου Άργους, τα όποια μετέφερε στην Ιταλία ό Λατίνος Επίσκοπος, Secundo Nani, στις 21 Ιανουαρίου του 1421.
Αφού ενημερώθηκε για τις μέχρι τότε προσπάθειες άρχισε αρχές του 1989 τον δύσκολο αγώνα των ερευνών βοηθούμενος από ένα στενό κύκλο συνεργατών, ειδικών επί του θέματος. Μετέβη στη Ρώμη, Βενετία, Ελβετία και ερευνήθηκαν πολλές ιερές Μονές και ιεροί Ναοί, όπου σύμφωνα με κάποια στοιχεία υπήρχαν πιθανότητες να βρίσκονται εκεί τα ιερά  Λείψανα του Αγίου μας. Στις έρευνες αυτές βοήθησαν σημαντικά ο καθηγητής Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Μπολόνια, διάκονος Enriko Morini και ό Σχολάρχης της Σχολής Βελλάς και καθηγητής της Χριστιανικής Αρχαιολογίας, Αρχιμανδρίτης πατήρ Δημήτριος Αργυρός.
Από τους βασικότερους, όμως, συνεργάτες του Μητροπολίτου μας τα τελευταία χρόνια ήταν ο κ. Μανώλης Αγγελάκης από την Κρήτη, ο οποίος έχει σπουδάσει Αρχαιολογία στη Ρώμη και συνδέονταν  στενά με τον Ιερομόναχο π. Παύλο Λομβαρδό. Ο π. Παύλος γνώρισε τον Μητροπολίτη μας και έμαθε για τις έρευνες του για τον Άγιό μας. Λόγω της θέσεως του στο Βατικανό είχε την ευχέρεια να ασχολείται με λείψανα Αγίων σε Καθολικές 'Εκκλησίες και Μονές. Το θέμα το δικό μας το αντιμετώπισε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γι' αυτό είχε και την ευλο­γία να εντοπίσει πρώτος τα Ιερά Λείψανα στις 15/8/2007, σε παλαιό σκευοφυλάκιο της Ιεράς Μονής Μαρίας της Μαγδαληνής στη Ρώμη. Ήταν σε μία σφραγισμένη με βουλοκέρι ξύλι­νη λειψανοθήκη, μεγέθους περίπου 30X30X30 cm, με κρύσταλλο και στις τέσσερις πλευρές. Μέσα μπορούσες να διακρίνεις περί τα 15 τεμάχια διαφόρων μεγεθών από τα Άγια Λείψανα του Αγίου μας. Επίσης, φαινόταν εντός  της λειψανοθήκης καθαρά μία κορδέλα με  λατινικά γράμματα «Άγιος. Πέτρος ο θαυματουργός  Επίσκοπος  Άργους». Η Μονή της  Άγιας Μαρίας της Μαγδαληνής είναι η έδρα του Τάγματος «των διακονούντων τους ασθενείς του San Camillo de Lellis». O π. Παύλος μετά την ανεύρεση των Ιερών Λειψάνων μαζί με τον Ηγούμενο της Μονής π. Renato Salvatore, ο οποίος είναι και ο Γενικός Ηγούμενος του προαναφερθέντος Τάγματος ενημέρωσαν τον 'Ορθόδοξο Μητροπολίτη Ιταλίας κ.  Γεννάδιο, ο οποίος στις 10/9/2007 ανακοίνωσε τηλεφωνικώς το μεγάλο γεγονός στον Μητροπολίτη μας.      
Στις 30/10/2007  ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας με επιστολή του ζήτησε από τον Ηγούμενο της Μονής. την παραχώρηση των ανευρεθέντων λειψάνων.
Στις 22/11/2007 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας, μαζί με τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Άρτης κ. 'Ιγνάτιο, τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη π. Δημήτριο Αργυρό και τον Γραμματέα της  Ι. Μητροπόλεως κ. Χρήστο Μπαβέλα μεταβαίνουν στη Ρώμη, στην Ι. Μονή της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής και ασπάζονται για πρώτη φορά τα Ιερά Λείψανα του Αγίου μας.
Στις 23/11/2007 ο Σεβασμιώτατος μετά της συνοδείας του ψάλλουν την παράκληση του Αγίου ενώπιον των Ι. Λειψάνων μετά από 586 έτη απομάκρυνσης των από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Επίσης ορίζουν μετά του Ηγουμένου ημερομηνία επαναφοράς την 19/01/2008 με ανεπίσημη υποδοχή λόγω της ασθενείας του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου.
Στις 08/12/2007 ο Ηγούμενος Renato Salvatore δωρίζει τα ανευρεθέντα Ιερά  Λείψανα του Αγίου μας στο Μητροπολίτη μας. Ως αρχηγός Τάγματος έχει το δικαίωμα να το κάνει χωρίς την ανάμειξη του Βατικανού.
Στις 06/01/2008 ή Γενική Κουρία του Τάγματος συντάσσει το επίσημο έγγραφο γνησιότητας των Ι. Λειψάνων.       
Το Σάββατο 19/01/2008 και ώρα 3.30 μ.μ. ο π. Παύλος Λομβαρδός ως εκπρόσωπος του Ηγουμένου, ο οποίος δεν μπόρεσε να έρθει, φθάνει  μετά των Ι. Λειψάνων στα σύνορα της Μητροπόλεως μας, όπου τα υποδέχονται ο  Σεβασμιώτατος  Μητροπολίτης μας, μαζί με τον Νομάρχη Αργολίδος κ. Σωτηρόπουλο και τον Δήμαρχο Άργους κ. Μπούρη. Στον Ιερό  Ναό του Αγίου Νικολάου υποδέχονται τα  Ιερά  Λείψανα σύσσωμος ο κλήρος  και ο  λαός της Ι. Μητροπόλεως. Επίσης παρευρίσκονται για την υποδοχή οι Σεβασμιώτατοι Μητροπολίτες Σπάρτης κ. Ευστάθιος, Μαντινείας κ. Αλέξανδρος, Άρτας κ. Ιγνάτιος,  Κορίνθου κ. Διονύσιος, Μεσογαίας κ. Νικόλαος  καθώς και  ο Επίσκοπος Αυλώνος κ. Χριστόδουλος.       
       Η σφραγισμένη λειψανοθήκη με τα  Ιερά Λείψανα τοποθετείται σε μία άλλη μεγάλη λειψανοθήκη και εν πομπή με ψαλμωδίες, κωδωνοκρουσίες, ρίψεις ροδοπέταλων από τα μπαλκόνια, φθάνει στην πλατεία του Αγίου Πέτρου και τοποθετείται σε ειδική εξέδρα. Εκεί γίνονται  οι ομιλίες υποδοχής από τους κ. Β. Μπούρη, Δήμαρχο Άργους, π. Γεώργιο Σελλή, προϊστάμενο του Ι. Ναού του Άγιου Πέτρου, κ. Μανώλη Αγγελάκη, εκπρόσωπο του Ηγουμένου π. Renato Salvatore, π. Παύλο Λομβαρδό, που την μεταφράζει ο π. Δημήτριος Αργυρός και τέλος από τον Σεβ/το Μητροπολίτη μας. Στη συνέχεια εισέρχονται στον Ι. Ναό, όπου ψάλλεται Μέγας πανηγυρικός Εσπερινός από την ακολουθία της Μετακομιδής των Ιερών Λειψάνων, που συνέταξε ό Ιεροκήρυκας της Μητροπόλεως μας π. Καλλίνικος Κορομπόκης. Ακολουθεί Ιερά Αγρυπνία, στην οποία ψάλλουν χοροί μοναζουσών της Μητροπόλεως μας, ενώ πλήθη πιστών προσέρχονται να προσκυνήσουν.
    Την Κυριακή 20/01/2008 τελείται πανηγυρική Αρχιερατική θ. Λειτουργία από τους Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτες Αργολίδος, Άρτης και Κορίνθου. Μετά την θ. Λειτουργία χορευτικά συγκροτήματα παρουσιάζουν παραδοσιακούς χορούς στην πλατεία έξω απ' τον Ναό.
Το βράδυ της Κυριακής εντός του  Ι. Βήματος του ναού του Αγίου Πέτρου ενώπιον του Μητροπολίτου μας, του Δημάρχου Άργους, των Ιερέων του ναού, του Αρχιερατικού Επιτρόπου, του Γραμματέως της Μητροπόλεως και των εκπροσώπων της Μονής της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, ανοίγεται ή σφραγισμένη λειψανοθήκη και καταμετρούνται 18 τεμάχια Ί. Λειψάνων. Συντάσσεται Αποδεικτικό έγγραφο και υπογράφουν οι παρόντες.
Την Κυριακή .27/01/2008 μετά. τη θ. Λειτουργία, που τελείται από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη μας, συντάσσεται Δωρητήριο Γράμμα με το όποιο ο Σεβασμιώτατος δωρίζει τα Άγια Λείψανα στην ενορία του Αγίου Πέτρου Άργους.
Τέλος, στις 18/08/2008 ό Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Ιάκωβος, μαζί με τον Noμάρχη Αργολίδος κ. Βασίλειο Σωτηρόπουλο, τον Δήμαρχο Άργους κ. Βασίλειο Μπούρη, τον Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο της Μητροπόλεως π. Βασίλειο Σουλάνδρο, τον προϊστάμενο του ναού του Αγίου Πέτρου π. Γεώργιο Σελλή και τον Γραμματέα της Μητροπόλεως κ. Χρήστο Μπαβέλα μεταβαίνουν στην Κων/πολη και προσκαλούν την Αυτού Θειοτάτην Παναγιότητα, τον Πατριάρχην Κων/πόλεως κ.κ. Βαρθολομαίον, να επισκεφθεί τη Μητρόπολη μας την 24η Ιανουαρίου 2009 για την επίσημη καθιέρωση της μετακομιδής των  Ι. Λειψάνων του Αγίου μας.


Επιδράσεις του Ελληνισμού στον Χριστιανισμό

Επιδράσεις του Ελληνισμού στον Χριστιανισμό
Χριστιανισμός και Ελληνισμός: δύο ιστορικά μεγέθη τα οποία με τη συνάντησή τους γέννησαν έναν νέο κόσμο μέσα από τις αλληλεπιδράσεις, τις ανταλλαγές, αλλά και τις συγκρούσεις τους.
 Τι είναι ό Ελληνισμός;
Ότι υψηλότερο και ιερότερο παρήγαγε ο κόσμος μέσα στην Ιστορική του πορεία και στα όρια της υπαρξιακής αναζήτησής του,  είναι ο Ελληνισμός. Η μεγαλύτερη δημιουργία στον κόσμο, το φως πραγματικά της Οικουμένης.
 Ποια είναι η ουσία του Ελληνισμού, της Ελληνικότητας; 
α) Ένα πρώτο γνώρισμα ουσιαστικό της Ελληνικότητας είναι ή Θεοκεντρικότητα. Στην Ιστορία μας δεν υπήρξε ποτέ αθεΐα.  Ένθεος, είναι ό αληθινός άνθρωπος στην ελληνική παράδοση. Ενθουσιασμός είναι ή παρουσία του Θείου - Θεού μέσα στον άνθρωπο και αυτό συνεχίζεται ως την εποχή μας. 
β) Μια άλλη συστατική Ιδιότητα της ελληνικής συνειδήσεως είναι ό ανθρωπισμός. Ο ελληνικός ανθρωπισμός, αναφερόμενος στην τελική διαμόρφωση του αληθινού άνθρωπου, ξεκινά με το γνωστό «καλός καγαθός άνθρωπος», για να φθάσει στον λόγο του Μενάνδρου (4ος αι. Π.Χ.) , (τι ωραίο πράγμα είναι ό άνθρωπος, όταν είναι όντως άνθρωπος).
γ) Ένα άλλο στοιχείο της ελληνικότητας είναι η αγάπη προς την αλήθεια, πού διατυπώθηκε από τον Αθηναίο Κλήμεντα τον Αλεξανδρέα ως «ζήτησις αληθείας». Οι Έλληνες δεν μιλούμε για σοφία, αλλά για φιλοσοφία, αγάπη προς τη σοφία, κίνηση δυναμική προς την εύρεση της Σοφίας, που τελικά είναι ο Θεός.
δ) Ελληνική αρετή είναι και ή επίγνωση των ορίων του λόγου. Ποτέ ό Ελληνισμός δεν αποδέχθηκε την λογική με απόλυτο τρόπο, όπως προδιαγράφεται από τον Αυγουστίνο(354-430) με το περιβόητο εκείνο (πιστεύω, για να κατανοήσω). Η κρίση αυτή προεκτεινόμενη φθάνει στον Καρτέσιο(1596-1650), πού έλεγε: (διανοούμαι, άρα υπάρχω).Στον Ελληνισμό, ως αρχαίο και ως ελληνορθόδοξο, είναι άγνωστη ή απολυτοποίηση του «ορθού λόγου», κάτι πού έλαβε σάρκα και οστά στη Γαλλική Επανάσταση(1789).

Η ελληνική γλώσσα και παιδεία, η φιλοσοφική σκέψη, η λογοτεχνία, η τέχνη, η οργάνωση και οι θεσμοί του δημόσιου βίου, η δημοκρατία κ.ά. διαμόρφωσαν σταδιακά ένα νέο μορφωτικό ιδεώδες μέσα από το οποίο λειτούργησε και εκφράσθηκε η πατερική σκέψη, η λειτουργική ζωή, ο συνοδικός θεσμός, η τέχνη, η θεολογική ορολογία, προσελήφθησαν έθιμα και μορφές κοινωνικής ζωής του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, υιοθετήθηκαν επιστημονικές γνώσεις και αξίες που συνέβαλαν στην ανάδυση του Βυζαντινού Πολιτισμού στο ιστορικό προσκήνιο.
Κυρίαρχη ιδεολογία του ελληνισμού υπήρξε ανθρωποκεντρική. Ο άνθρωπος θεωρήθηκε απ' τους έλληνες το μέτρο του Λόγου του Ήθους, του Κάλλους και της Αρμονίας των σωματικών και πνευματικών δραστηριοτήτων στη ζωή του. Η μεγάλη προσφορά του ελληνισμού στην ανθρώπινη σκέψη ήταν ο Λόγος (η εκλογίκευση και η επιστήμη) που χωρίς να αποκλείει την φανταστική και ενορατική σύλληψη του κόσμου, τη ρυθμίζει και την ελέγχει. Η εκλογίκευση βρίσκεται στην βάση του Δυτικού πολιτισμού, όλες τις επιστήμες, οι σύγχρονοι λαοί τις γνώρισαν από τους έλληνες, γι' αυτό και υιοθέτησαν το ελληνικό τους όνομα. (Φυσική, Χημεία, Πολιτική, Αστρονομία, Γεωμετρία, Φιλοσοφία)
Η Ελληνική Γλώσσα
Σε αυτή γράφτηκαν η Αγία Γραφή, τα εκκλησιαστικά συγγράμματα, η εκκλησιαστική διδασκαλία, και με αυτή κήρυξαν και δίδαξαν οι απόστολοι και οι πατέρες της Εκκλησίας.
Η Ελληνική Φιλοσοφία
Με την πλούσια ορολογία της βοήθησε στην ακριβή διατύπωση των δογμάτων και στην αντίκρουση των αιρετικών θεωριών.
Ενδεικτικά αναφέρουμε τις έννοιες: Υπόσταση, Πρόσωπο, Ουσία, Φύση, Ομοούσιος, Θείες Ενέργειες, Κτιστό-Άκτιστο,
Ηθικές και ανθρωπιστικές αξίες του Ελληνικού πολιτισμού
Ο Ελληνικός κόσμος έχει αξίες, θεσμούς, ήθη,  έθιμα και παραδόσεις. Πίσω από τις πράξεις των ηρώων και θεών υπάρχει το ηθικό και κοινωνικό γεγονός, και έτσι κατανοείται η αγάπη για την ζωή, η φιλία, η οικογένεια, η πίστη στους θεούς, η εργατικότητα, η επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη, η οργή του Αχιλλέα, η υπομονή και το ήθος της Πηνελόπης. Η καθαριότητα ως λουτρό ή λούσιμο και ως συμβολική πράξη καθαρμού και αποδοχής, που στην τραγωδία θα γίνει «κάθαρσις» και στο χριστιανισμό, βάπτισμα είναι αξία.
Οι καλές τέχνες του Ελληνισμού
Αρχιτεκτονική, γλυπτική, μουσική, ποίηση, ζωγραφική, ψηφιδωτά,
Μορφές κοινωνικής ζωής

Παραδόσεις δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων πέρασαν στον Χριστιανισμό και συνετέλεσε  στη διαμόρφωση της παράδοσής του. Π.χ. η αρχαία τραγωδία προσέφερε τη μορφή και τη δομή της στη Θεία Λειτουργία, έθιμα  των αρχαίων Ελλήνων σχετικά με την ονοματοδοσία, τον γάμο, τον θάνατο πέρασαν στην καθημερινότητα και στις τελετές του Χριστιανισμού, χωρίς να μεταβάλλεται η ταυτότητά του.

Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2018

β' λυκείου ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ Οι Θεοί των αρχαίων ελλήνων

                                                                      Οι Θεοί των αρχαίων ελλήνων
Για τους Αρχαίος Έλληνες, οι θεοί σαν σύνολο αντιπροσώπευαν  μια σημαντική έννοια – την φύση σε όλες της τις εκφράσεις και κάθε θεός η θεά συσχετιζόταν με μια η περισσότερες δυνάμεις της φύσης. Για τους Έλληνες, οι θεοί ήταν αθάνατοι, πανταχού παρόντες και αξιολάτρευτοι. Μπορούσαν να ελέγξουν όλους τους θνητούς σε κάθε στάδιο της ζωής τους, προκαθορίζοντας την μοίρα τους και τις σχέσεις τους. Παρόλα αυτά, για τους Έλληνες οι θεοί δεν ήταν απόμακρα, απρόσιτα όντα – οι άνθρωποι μπορούσαν να τους πλησιάσουν, να τους δούνε, να τους ακούσουν και να τους αγγίξουν εύκολα. Οι θεοί αποτελούσαν παράδειγμα προς μίμηση για έναν τέλειο άνθρωπο. Οι Αρχαίοι Έλληνες ανέθεταν στους θεούς τους όλες τις ιδιότητες που θα ήθελαν οι ίδιοι να κατέχουν αλλά τις οποίες η ανθρώπινη φύση δεν τους επέτρεπε να αποκτήσουν. Στην πραγματικότητα, τα χαρακτηριστικά τα οποία οι άνθρωποι απέδιδαν στους θεούς λειτουργούσαν ως παραδείγματα για την ανθρώπινη συμπεριφορά και αποτελούσαν τους στόχους, τους οποίους έθεταν οι θνητοί για τον εαυτό τους, (ανθρωπομορφισμός). Ολόκληρη η Ελλάδα μοιραζόταν τους ίδιους θεούς που είχαν δημιουργηθεί από τις κοινές ανάγκες μελών τις ίδιας φυλής. Οι πρώτες γραπτές αναφορές στους Αρχαίους Έλληνες Θεούς χρονολογούνται από την Μυκηναϊκή περίοδο. Τα ονόματα του Δία, Ποσειδώνα, Άρη, Ερμή και Διονύσου ήταν χαραγμένα σε πήλινες  πινακίδες στην Γραμμική Β γραφή και βρέθηκαν σε Μυκηναϊκά παλάτια των πόλεων των Μυκηνών, Πύλου και Κνωσού. Αυτές χρονολογούνται περίπου από το 1400 – 1200 π.Χ. Το Ολύμπιο Πάνθεον πήρε την τελική του μορφή τον 10ο αιώνα π.Χ. ( Γεωμετρική Περίοδος ) και καθιερώθηκε στο Ελληνικό πνεύμα χάρη στα έπη του Ομήρου τα οποία ήταν δημοφιλή και σημαντικά ως υλικό παιδείας και εκπαίδευσης από τα αρχαία ακόμη χρόνια.
Κάθε πόλη τιμούσε τον πολιούχο θεό, έτσι η Αθήνα είχε πολιούχο την θεά Αθηνά, οι Δελφοί τον Απόλλωνα, και το Άργος την Ήρα. Οι θεοί κατοικούν στους ναούς, εκεί βρίσκεται και το άγαλμα του θεού. Για τον ναό και το άγαλμα του θεού όπως και για τον βωμό (πάνω στην οποία γίνονται θυσίες), υπήρχε μια πανηγυρική ανέγερση. Όπως ο ιερός τόπος λατρείας προσδιόριζε τον χώρο έτσι και η εορτή προσδιόριζε τον χρόνο. Ορισμένες ημέρες διέκοπταν τις εργασίες τους και μια ομάδα ανθρώπων πραγματοποιούσε την πομπή(λιτανεία). Εκινούντο προς ένα ιερό χώρο και τελούσαν θυσίες. Επέλεγαν ένα ζώο, το πρόσφεραν στο θεό, το έψηναν και το έτρωγαν. Η θυσία αποτελούσε θεσμό εορταστικό. Η γιορτή συνοδεύονταν από την μουσική, το τραγούδι και τον χορό.
Το αγωνιστικό πνεύμα είναι ένα χαρακτηριστικό του ελληνικού πολιτισμού. Όλα μπορούν να τεθούν σε αγώνα, ο αθλητισμός, η φυσική ομορφιά, οι τέχνες, το τραγούδι, και το θέατρο. Ο αγώνας ήταν μέρος της θρησκευτικής εορτής. Κάθε πόλη οργάνωνε πολλές γιορτές καθαρά τοπικής φύσεως αλλά υπήρχαν τέσσερεις αξιοσημείωτοι αγώνες κατά την διάρκεια των οποίων όλοι οι Έλληνες ενωνόταν για να τιμήσουν τους μεγαλύτερους θεούς. Αυτοί οι αγώνες, πιο γνωστοί ως Πανελλαδικοί, ήταν οι Ολυμπιακοί Αγώνες, τα Πύθια, τα Ίσθμια και τα Νέμεα. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν αφιερωμένοι στον Δία και γινόταν κάθε τέσσερα χρόνια στο ναό του στην Ολυμπία. Απαγορευόταν να γίνονται πόλεμοι ανάμεσα σε Ελληνικές πόλεις για όσο διαρκούσαν οι αγώνες.
Οι θεοί είναι παρόντες κατά την λατρεία, η οποία είναι συνδεδεμένη με τους ιερούς τόπους. Σε ορισμένους τόπους λατρείας ο θεός προσφέρει "χρησμό", ένα θεϊκό λόγο, μέσο του μάντη. Το σπουδαιότερο μαντείο ήταν αυτό των Δελφών, ήταν αφιερωμένο στον θεό Απόλλωνα. Η Πυθία ήταν το διάμεσο, με το οποίο επικοινωνούσε ο θεός, και έδινε τους χρησμούς, που καταγράφονταν και ερμηνεύονταν από τους ιερείς.
Οι δώδεκα Θεοί του Ολύμπου είναι οι κύριοι θεοί της Ελληνικής μυθολογίας που κατοικούσαν στην κορυφή του Ολύμπου. Οι Ολύμπιοι θεοί κέρδισαν την εξουσία νικώντας τους Τιτάνες στην Τιτανομαχία. Στην πραγματικότητα οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν κάποιο συγκεκριμένο δωδεκάθεο, αλλά υπήρχαν μεγάλοι και μικρότεροι θεοί και άλλοι που λατρεύονταν τοπικά. Το δωδεκάθεο είναι έννοια που σχηματίστηκε από δυτικούς λόγιους τον 16ο-17ο αιώνα και έχει εμφανιστεί με διάφορες συνθέσεις ανάμεσα σε 14 θεούς.
Κύριος του κόσμου και ουράνιος πατέρας είναι ο Ζευς. Φανερώνεται με τον κεραυνό, τον οποίο οι άνθρωποι φοβούνται. Λατρευόταν ως ο σοφός θεός που καθόριζε τις τύχες των ανθρώπων και ρύθμιζε την ηθική τάξη του κόσμου. Ήταν το μικρότερο παιδί του Κρόνου και της Ρέας και σύζυγος αλλά και αδερφός της θεάς Ήρας. Ακόμα ήταν αδερφός της θεάς Εστίας (θεάς της οικογενειακής ενότητας, πίστης και ευτυχίας), της θεάς Δήμητρας (θεά των γεωργών, της γεωργίας, των χωραφιών και της γονιμότητας), του θεού Ποσειδώνα (θεού της θάλασσας), και του θεού Πλούτωνα ή Άδη (θεού των νεκρών και του Κάτω Κόσμου).
Η θεά Ήρα.  Ήταν προστάτιδα του γάμου και της συζυγικής πίστης. Βασίλισσα θεών και ανθρώπων.
Ποσειδώνας: Θεός της θάλασσας, των ποταμών, των πηγών των πόσιμων νερών και γενικά του υγρού στοιχείου.
Δήμητρα: Θεά της γης, της γεωργίας , της χλωρίδας, της τροφής, του γάμου και προστάτιδα των γεωργών.
Εστία : Θεά της οικογένειας, της οικίας, της φωτιάς και των υφαντικών τεχνών.
Αφροδίτη: Θεά της ομορφιάς και του έρωτα.
Απόλλων: Θεός της μαντικής τέχνης, της μουσικής και του χορού, της ηθικής τάξης και της λογικής. Ήταν ακόμα θεραπευτής θεός.
Άρης: Θεός της μάχης και του πολέμου..
Άρτεμις: Θεά της άγριας φύσης, του κυνηγιού, των ζώων και της γονιμότητας.
Αθηνά: Θεά της Σοφίας, των τεχνών και του σώφρονος πολέμου.
Ήφαιστος: Θεός της φωτιάς, των ηφαιστείων, της μεταλλουργίας και προστάτης των τεχνιτών. Ήταν ακόμα ο κατασκευαστής των όπλων των θεών.
Ερμής: Ήταν ο αγγελιαφόρος των θεών, κήρυκας και ψυχοπομπός, προστάτης του εμπορίου, των ταξιδιωτών αλλά και των ληστών.
Άλλες θεότητες της ελληνικής μυθολογίας είναι:
* Γαία : Θεά της Γης.
* Διόνυσος : Θεός του κρασιού και των απολαύσεων.


Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΩΣ ΜΕΣΟΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΩΣ ΜΕΣΟΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ

Τὴν ἐποχὴ ποὺ γεννήθηκε ὁ χριστιανισμὸς κυριαρχοῦσαν στὸ γεωγραφικὸ χῶρο τῆς Μεσογείου οἱ γλῶσσες: ἑβραϊκή, ρωμαϊκὴ καὶ ἑλληνική, ὅπως δηλώνει ἡ ἐπιγραφὴ τῆς θανατικῆς καταδίκης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸ σταυρὸ τοῦ Γολγοθᾶ. Ἦταν γραμμένη «ἑβραϊστί, ἑλληνιστί, ρωμαϊστί» (Ἰω. 19,20). Περισσότερο ἀπ’ ὅλες ὅμως κυριαρχοῦσε ἡ ἑλληνική. Καὶ αὐτὴ συνέβαλε ἀποφασιστικὰ στὴ διάδοση τοῦ χριστιανισμοῦ, γιατὶ ἦταν ἡ διεθνὴς γλῶσσα τῆς ἐποχῆς. Ὁμιλεῖτο ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνες, ἀπὸ τὸν 3ο πρὸ Χριστοῦ μέχρι τὸν 3ο μετὰ Χριστὸν αἰῶνα, στὰ ἑλληνικὰ καὶ στὰ μὴ ἑλληνικὰ κράτη τῆς ἀνατολικῆς Μεσογείου. Ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὰ Βαλκάνια, τὴ Μικρὰ Ἀσία, τὴ Συρία, τὴν Παλαιστίνη, τὴν Αἴγυπτο καὶ τὴ Λυβίη, τὴν Ἰταλία καὶ τὰ νησιὰ τῆς Μεσογείου.
Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὀνομαζόταν ἑλληνιστική, ἐπειδὴ εἶχε διαμορφωθεῖ στὰ ἑλληνιστικὰ λεγόμενα χρόνια. Στὰ χρόνια δηλαδὴ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ τῶν διαδόχων του. Καὶ εἶχε ὡς βάση τὴν ἀττικὴ διάλεκτο. Αὐτὴ εἶχε διαδοθεῖ στοὺς λαούς, ποὺ εἶχε  κατακτήσει καὶ ἐκπολιτίσει ὁ Ἕλληνας Μακεδόνας στρατηλάτης Μέγας Ἀλέξανδρος, χωρὶς νὰ ὑποστεῖ σημαντικὴ ἐπίδραση ἀπὸ τὶς γλῶσσες τῶν ἐντοπίων. Καὶ ὀνομάστηκε Κοινὴ Ἑλληνιστική, ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶχε καταστεῖ «τὸ κοινὸν μέσον συνεννοήσεως Ἑλλήνων καὶ ξένων, καθ’ ὑπέρβασιν τῶν παλαιῶν διαλέκτων».
Πόσο εὐρύτατα διαδεδομένη ἦταν ἡ ἑλληνιστικὴ κοινὴ γλῶσσα κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ρωμαιοκρατίας, ποὺ ἀκολούθησε τὴν ἐποχὴ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ τῶν διαδόχων του, ἐποχὴ στὴν ὁποία γεννήθηκε ὁ χριστιανισμός, τὸ μαρτυροῦν οἱ ἐπιγραφὲς ποὺ ἔχουν ἀνακαλυφθεῖ στὶς διάφορες πόλεις τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτὴ τὴν ἴδια τὴ Ρώμη καὶ εἶναι στὴν πλειονότητά τους ἑλληνικές. Εἶχε εἰσχωρήσει ἀκόμη καὶ στὰ ἀνάκτορα τῶν Ρωμαίων ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός. Ἔτσι ὁ αὐτοκράτορας Τιβέριος περιβαλλόταν ἀπὸ Ἕλληνες. Ὁ ἐπίδοξος διάδοχος Γερμανικὸς ἔγραφε τὰ ἐπιγράμματά του στὴν ἑλληνική. Ὁ δὲ φιλόσοφος Μᾶρκος Αὐρήλιος ἔγραψε στὴν ἑλληνικὴ τὸ γνωστὸ σύγγραμμά του «τὰ κατὰ σαὐτόν». Καὶ ὁ ὀνομαστὸς Ρωμαῖος σατιρικὸς ποιητὴς Ἰουβενάλιος (α΄-β΄ μ.Χ. αἰ.) ὀνομάζει τή Ρώμη urbs graeca (=πόλη ἑλληνική).
Τὰ μέλη τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, πρέπει νὰ ἦταν στὴν πλειονότητά τους χριστιανοὶ ἐξ ἐθνῶν, ποὺ γνώριζαν τὴν ἑλληνική. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθύνει τὴν ἐπιστολή του πρὸς αὐτοὺς (Πρὸς Ρωμαίους) στὰ ἑλληνικά. Ἀλλὰ καὶ οἱ δώδεκα ἀπὸ τοὺς δεκαπέντε πάπες τῆς Ρώμης πρέπει νὰ ἦταν ἑλληνικῆς καταγωγῆς, ἀφοῦ φέρουν ἑλληνικὰ ὀνόματα: Λῖνος, Κλεῖτος, Εὐάριστος, Ἀλέξανδρος, Τελεσφόρος, Ὑγῖνος, Ἀνίκητος, Σωτήρ, Ἐλευθέριος, Ξύστος, Ζεφυρῖνος, Κάλλιστος. Ἐξάλλου καὶ οἱ ἐπιγραφὲς στοὺς παπικοὺς τάφους εἶναι στὴν ἑλληνικὴ καὶ ὄχι στὴ λατινική, ἡ ὁποία σταδιακὰ ἐκτοπίστηκε.
  
Τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα γνώριζαν καὶ ὁμιλοῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι τῆς διασπορᾶς. Ὅσοι ἦταν διασκορπισμένοι γύρω ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη, ἀλλὰ καὶ σὲ ἀπομακρυσμένα μέρη. Καὶ μάλιστα τὴν ὁμιλοῦσαν ὡς μοναδικὴ καὶ ὄχι ὡς δεύτερη γλῶσσα. Ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι τῆς μεγάλης πόλης τῆς Ἀλεξάνδρειας τῆς Αἰγύπτου, οἱ ὁποῖοι εἶχαν λησμονήσει τόσο τὴ μητρική τους γλῶσσα, ὥστε παρέστη ἀνάγκη νὰ γίνει μετάφραση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπὸ τὴν ἑβραϊκὴ στὴν ἑλληνική (μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα).
Τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα γνώριζαν καὶ ὁμιλοῦσαν καὶ οἱ Ἰουδαῖοι τῆς Παλαιστίνης. Καὶ μάλιστα ὄχι μόνον οἱ  μορφωμένοι καὶ ὅσοι ἀνῆκαν στὶς ἀνώτερες κοινωνικὰ τάξεις, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἀνῆκαν στὶς μεσαῖες ἢ στὶς κατώτερες. Ἀκόμη καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς παραδοσιακοὺς Φαρισαίους, ὅπως γιὰ παράδειγμα ὁ Ἰουδαῖος ἱστορικὸς τοῦ α΄ μ.Χ. αἰ. Ἰώσηπος, τὸν ὁποῖο ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ὀνόμασε Ἕλληνα. Στὴν τάξη τῶν ἑλληνιστῶν Ἰουδαίων ἀνῆκε καὶ ὁ μεγάλος Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος.
Ἀπὸ αὐτὰ συνάγεται ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα κυριαρχοῦσε στὶς πρῶτες χριστιανικὲς κοινότητες, τόσο ἐντὸς τῆς Παλαιστίνης, ὅσο καὶ ἐκτὸς αὐτῆς.
Ὁ ἑλληνισμός, λοιπόν, βοήθησε τὸ ἔργο τῆς διάδοσης καὶ ἐξάπλωσης τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας στὸν κόσμο. Ἔγινε τὸ ὄργανο μεταφορᾶς τοῦ μηνύματος τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ στὴν οἰκουμένη. Τόσο κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς χρόνους, ὅσο καὶ στοὺς μετέπειτα αἰῶνες. Στοὺς αἰῶνες τοῦ χριστιανικοῦ Βυζαντίου, στοὺς ὁποίους ἡ Ἱεραποστολὴ ἐκχριστιάνισε καὶ ἐκπολίτισε λαοὺς βάρβαρους καὶ ἀπολίτιστους. Ἔγινε ἀκόμη ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα τὸ ἔνδυμα, τὸ ὁποῖο περιβλήθηκαν καὶ διατυπώθηκαν τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ὑπερκόσμιες ἀλήθειες τῆς θείας ἀποκάλυψης. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα μὲ τὸν πλοῦτο τῶν λέξεων, τὴ σαφήνεια, τὴν εὐκρίνεια καὶ ὅλη τὴ χάρη της ἔγινε τὸ ὄργανο ποιητικῆς ἔκφρασης τῆς πνευματικῆς ἀνάτασης καὶ τῆς προσευχῆς. Ἔγινε τὸ ὄργανο σύνθεσης ὑπέροχων ὕμνων λατρείας, ποὺ ἐνθουσιάζουν, τέρπουν, κατανύσσουν καὶ μεταρσιώνουν τὶς ψυχές. Τὶς ἀνεβάζουν σὲ ἄλλους κόσμους, ἄϋλους καὶ θείους. Τὸ ὁμολογοῦν ὀρθόδοξοι καὶ ἀλλόδοξοι, Ἕλληνες καὶ μή, πιστοὶ καὶ ἄπιστοι. Τὸ βεβαιώνουν τὰ πλήθη τῶν πιστῶν, ποὺ ἀπολαμβάνουν τὸ ὑπέροχο μεγαλεῖο τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς ὑμνωδίας, τόσο κατὰ τὶς θεῖες Λειτουργίες, ὅσο καὶ κατὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς Ἀκολουθίες (ἰδίως τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Θεοτόκου, τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, τῶν Παρακλητικῶν Κανόνων τοῦ Δεκαπενταύγουστου).





1. ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ 
Τι είναι ό Ελληνισμός;
Ότι υψηλότερο και ιερότερο παρήγαγε ο κόσμος μέσα στην Ιστορική του πορεία και στα όρια της λυτρωτικής αναζήτησης του, της ανάστασης και ανάτασης του στις οντολογικές αρχές του, είναι ο Ελληνισμός. Η μεγαλύτερη δημιουργία στον κόσμο, το φως πραγματικά της Οικουμένης. Ποια είναι η ουσία του Ελληνισμού, της Ελληνικότητας α) Ένα πρώτο γνώρισμα ουσιαστικό της Ελληνικότητας είναι ή Θεοκεντρικότητα. Στην Ιστορία μας δεν υπήρξε ποτέ αθεΐα.  Ένθους, δηλαδή ένθεος, είναι ό αληθινός άνθρωπος στην ελληνική παράδοση. Ενθουσιασμός είναι ή παρουσία του Θείου - Θεού μέσα στον άνθρωπο και αυτό συνεχίζεται ως την εποχή μας. 
β) Μια άλλη συστατική Ιδιότητα της ελληνικής συνειδήσεως είναι ό ανθρωπισμός. Ο ελληνικός ανθρωπισμός, αναφερόμενος στην τελική διαμόρφωση του αληθινού άνθρωπου, ξεκινά με το γνωστό «καλός καγαθός άνθρωπος», για να φθάσει στον λόγο του Μενάνδρου (4ος αι. Π.Χ.) Ως χαρίεν εστ’ άνθρωπος αν άνθρωπος ή» (τι ωραίο πράγμα είναι ό άνθρωπος, όταν είναι όντως άνθρωπος).
γ) Ένα άλλο στοιχείο της ελληνικότητας είναι η αγάπη προς την αλήθεια, πού διατυπώθηκε από τον Αθηναίο Κλήμεντα τον Αλεξανδρέα ως «ζήτησις αληθείας». Οι Έλληνες δεν μιλούμε για σοφία, αλλά για φιλοσοφία, αγάπη προς τη σοφία, κίνηση δυναμική προς την εύρεση της Σοφίας, που τελικά είναι ο Θεός. 
δ) Ελληνική αρετή είναι και ή επίγνωση των ορίων του λόγου. Ποτέ ό Ελληνισμός δεν γνώρισε νοησιαρχία δυτικοευρωπαϊκού τύπου, όπως προδιαγράφεται από τον Αυγουστίνο με το περιβόητο εκείνο "πιστεύω, για να κατανοήσω". Η κρίση αυτή προεκτεινόμενη φθάνει στον Καρτέσιο, πού έλεγε: «διανοούμαι, άρα υπάρχω».Στον Ελληνισμό, ως αρχαίο και ως χριστιανορθόδοξο, είναι άγνωστη ή απολυτοποίηοη του «ορθού λόγου», κάτι πού έλαβε σάρκα καί οστά στη Γαλλική Επανάσταση(1789).


Ποια είναι ή Ορθοδοξία;

Λέγοντας Ορθοδοξία εννοούμε τον Χριστιανισμό στην αυθεντική του έκφραση, στα πρόσωπα και την εμπειρία των Αγίων μας. H Ορθοδοξία είναι ή συνείδηση της παρουσίας του Άκτιστου Θεού μέσα στην Ιστορία και ή δυνατότητα του κτιστού (δημιουργημένου) ανθρώπου να γίνει Θεός «κατά χάριν». «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α' Τιμ. γ'16), έγινε ιστορικά Θεάνθρωπος, για να θεώσει τον άνθρωπο και να αγιάσει τον κόσμο.
Ο Θεός Λόγος, ο Ιησούς Χριστός, είναι στον κόσμο και πριν από την ενανθρώπηση του, από την αρχή της δημιουργίας. Ο Χριστός δημιουργεί τον κόσμο ως δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος.  Ορθοδοξία είναι ο Χριστός, ο λόγος Του, η ενέργεια Του, η ζωή Του. Χωρίς Χριστό δεν υπάρχει θεογνωσία.  Ό Θεός δημιουργεί, συντηρεί τον κόσμο και τον σώζει από αγάπη.
Τον Θεό - Πατέρα τον γνωρίζουμε «εν Χριστώ», στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Δεν υπάρχει άλλη  δυνατότητα θεογνωσίας από την εμπειρική γνώση του Θεού. Με τη Θεία Κοινωνία μετέχουμε στον Χριστό, στο Σώμα και το Αίμα Του. Μετέχουμε έτσι στην κοινή άκτιστη ενέργεια όλης της Άγιας Τριάδος, και με αγώνα για την  καθαρότητα της καρδιάς, φθάνουμε στον φωτισμό και τη Θέωση. Ορθοδοξία σημαίνει δυνατότητα Θέωσης - σωτηρίας.  Ό Χριστός σαρκώθηκε, για να μας κάμει με τη Χάρη του (αυτό σημαίνει το «κατά χάριν») Θεούς, ότι δηλαδή είναι Αυτός από τη φύση Του. Και αυτό το αποκτά κανείς μέσα στην Εκκλησία, στο Σώμα του Χριστού, στην εν Χριστώ κοινωνία. Η θέωση δηλαδή είναι η ένωση του ανθρώπου με τον Θεό ώστε ο άνθρωπος, μετέχοντας στην άκτιστη ενέργεια του Θεού, να γίνει "κατά χάριν", αυτό που ο Θεός είναι από τη φύση του (άναρχος και ατελεύτητος). Δεν πρόκειται για μια ηθική βελτίωση του ανθρώπου, αλλά για την εν Χριστώ αναδημιουργία, ανάπλαση ανθρώπου και κοινωνίας μέσα από την υπαρκτική και υπαρξιακή σχέση με το Χριστό.
 Χάρις στην πρόνοια του Θεού η Χριστιανική θρησκεία ήλθε στον κόσμο αυτό σε μια μοναδική στιγμή της ιστορίας του. Οι Ρωμαίοι , είχαν μόλις ολοκληρώσει την κατάκτηση όλου του μεσογειακού κόσμου, προσφέροντας έτσι μία τεράστια έκταση, όπου άνθρωποι και ιδέες μπορούσαν να ταξιδεύουν ανεμπόδιστα. Περισσότερο ίσως σημαντικό ήταν το γεγονός ότι στην πολιτισμική ζωή αυτής της περιοχής δέσποζαν σοφοί και διδάσκαλοι γαλουχημένοι στις παραδόσεις του Κλασσικού Ελληνικού κόσμου.  Η εξαιρετική εμβρίθεια των φιλοσόφων, επιστημόνων και καλλιτεχνών, πού αρχικώς συναντάμε στις περιοχές του Αιγαίου πελάγους, απλώθηκε, χάρις στην τόλμη των Ελλήνων και τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, σε όλες τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου. Οι μεγάλες και επιφανείς πόλεις πού είχαν ανθήσει στο πέρασμα των Μακεδόνων, ιδιαιτέρως ή Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο, τώρα διέθεταν σοφούς αναθρεμμένους στην Ελληνική παράδοση, πού είχε εμπλουτισθεί και από τις παραδόσεις των παλαιοτέρων αυτοκρατοριών της Ανατολής. Ακόμη και αυτή ή Ρώμη και οι δορυφόροι της προσέβλεπαν στην Ελλάδα για την πολιτισμική υποδομή τους.
    Έτσι, η Χριστιανική Εκκλησία από τα πρώτα της χρόνια είχε να αντιμετωπίσει την πρόκληση του Ελληνισμού. Τι εννοούμε με τον όρο "Ελληνισμός"; Νομίζω πώς Ελληνισμός είναι μία στάση του νου, η αναζήτηση μιας ερμηνείας του κόσμου στον οποίο ζούμε, η επιμονή για την γνώση όλων των φαινομένων του και η ελπίδα πώς μπορούμε να κατανοήσουμε τα λάθη, τις θλίψεις και τις τραγωδίες του, πράγμα πού τελικώς θα μας καταστήσει ικανούς να φθάσουμε στην αρμονία.  Όμως ο ερχομός του Χριστιανισμού φάνηκε σε άλλους να προσφέρει μια λύση. Η αυστηρή εμμονή του στις ηθικές αξίες, σε συνδυασμό με την έμφαση πού έδινε στην αγάπη και την πίστη του στην τελική λύτρωση, γοήτευσε πολλούς στοχαστές. Άλλα για να γίνει αποδεκτός στον κόσμο της διανοήσεως όφειλε να συνταυτισθεί τρόπον τινά με τον κυρίαρχο Ελληνισμό. Και  το μεγάλο επίτευγμα των πρώτων Χριστιανών Πατέρων, ήταν ότι μπόρεσαν και εξέφρασαν το Χριστιανικό δόγμα με όρους πού ήσαν αποδεκτοί από τους φιλοσόφους.
  Η συμμαχία με τον Ελληνισμό διασφάλισε το μέλλον της Εκκλησίας.


Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Δ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Δ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ

Η τέταρτη Σύνοδος συνεκλήθη από τους αυτοκράτορες Μαρκιανό και Πουλχερία  το 451 στη Χαλκηδόνα της Μικράς Ασίας, την πόλη που βρίσκεται στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη. Η Σύνοδος ασχολήθηκε με τις αιρετικές θέσεις του αρχιμανδρίτη Ευτυχή. Αυτός έλεγε ότι οι δυο φύσεις του Χριστού, η ανθρώπινη και η θεϊκή αναμείχθηκαν και δημιούργησαν μια νέα φύση που δεν είναι ούτε ανθρώπινη ούτε θεϊκή (Μονοφυσιτισμός). Η Σύνοδος ανακήρυξε ένα Ιησού Χριστό τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο, ομοούσιος με τον Πατέρα και ομοούσιος με τους ανθρώπους. Οι δυο φύσεις του Χριστού η θεϊκή και η ανθρώπινη ενώνονται χωρίς να συγχέεται η μια με την άλλη, χωρίς να μετατρέπεται η μια σε άλλη, χωρίς να διαιρούνται ή να χωρίζονται. Οι δυο φύσεις διατηρούν ακέραιες τις ιδιότητές τους στο ένα πρόσωπο του Χριστού.
Η σύνοδος καταδίκασε την αίρεση του Μονοφυσιτισμού διότι κατ' αυτή η φύση του Χριστού δεν είναι θεϊκή ούτε ανθρώπινη αλλά μια άλλη, και έτσι δεν προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση και άρα δεν την σώζει. Ο Χριστός προσέλαβε μέσα στην θεότητά του  όλη την ανθρώπινη φύση, την θέωσε και έτσι την δικαιώνει και την σώζει.
Ο Χριστός έχει δυο φύσεις, θεϊκή και ανθρώπινη, ενωμένες ασύγχυτα, άτρεπτα, αδιαίρετα, και αχώριστα. Η κάθε φύση διατηρεί τις ιδιότητές της στην μια προσωπικότητα (υπόσταση) του Χριστού. Μετά την υποστατική αυτή ένωση οι δυο φύσεις  μένουν ακέραιες και τέλειες.
 Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι η σύνοδος αυτή διατύπωσε ορθά  το χριστολογικό δόγμα με βάση την προηγούμενη παράδοση της Εκκλησίας.

Συνέπειες της υποστατικής ένωσης των δυο φύσεων του Χριστού:
 1) Η αντίδοση των ιδιωμάτων. Εξαιτίας της υποστατικής ένωσης των δυο φύσεων, της θεότητας και της ανθρωπότητας, στη μια υπόσταση του Λόγου, ο ίδιος ο Χριστός είναι πάντοτε που ενεργεί και τα θεία και τα ανθρώπινα. Ο Χριστός δεν ενεργεί μεμονωμένα ποτέ τα ανθρώπινα ως άνθρωπος και ποτέ τα θεία ως θεός, αλλά τα ανθρώπινα ενεργεί ως άνθρωπος και θεός, και τα θεία ως θεός και άνθρωπος. Αυτή λοιπόν η ταυτότητα της μιας υπόστασης σε κάθε πράξη, ανθρώπινη ή θεία συντελεί ώστε η μια φύση να αντιδίδει στην άλλη τα δικά της γνωρίσματα.  Έτσι ο ίδιος ο Χριστός είναι θεός και άνθρωπος, άκτιστος και κτιστός, απαθής και παθητός, και οι πράξεις του, σπουδαίες ή απλές,  γίνονται από τον ίδιο.
2) Η αναμαρτησία του Χριστού.
Τούτη η αναμαρτησία δεν προέρχεται από βαθμιαία τελείωση.
 Ο Χριστός, είναι άφθαρτος και κατά την ανθρωπότητα. Έτσι η αναμαρτησία του Χριστού είναι φυσική και οντολογική, και όχι ηθική· επομένως δεν μπορούσε να αμαρτήσει. Αφθαρσία, αγιότητα και αναμαρτησία είναι συνώνυμα πράγματα. Όσοι έχουν ηθικές αντιλήψεις για την αμαρτία και τη σωτηρία του ανθρώπου, όπως λόγου χάρη είναι οι Αρειανοί, και οι Νεστοριανοί  κατά φυσικό και αυτονόητο τρόπο κάνουν λόγο για την ηθική αναμαρτησία του Χριστού μέσω της ελευθερίας του. Ισχυρίζονται μάλιστα ότι ο Χριστός μπορούσε να αμαρτήσει, αλλά δεν αμάρτησε κάνοντας ορθή χρήση του αυτεξουσίου του, όπως θα έπρεπε να είχε κάνει ο Αδάμ. Επομένως (γι’ αυτούς) ο Χριστός είναι καταρχήν ηθικό πρότυπο για όλη την ανθρωπότητα. Ο Χριστός, δηλαδή, δεν θεραπεύει την ανθρώπινη φύση μήτε τη ζωοποιεί· ταύτα τα στοιχεία τα έχουμε μόνοι μας, και μας αρκεί η μίμηση των ηθικών αρετών του.
Ο Χριστός δεν είναι καταρχήν ηθικό αλλά θεϊκό πρότυπο, είναι λυτρωτής και έπειτα θεμελιωτής ηθικής διδασκαλίας.
3)  Η Θέωση της ανθρώπινης φύσης
Με την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης από την θεία στο πρόσωπο του Χριστού, η ανθρώπινη φύση αγιάζεται, ανυψώνεται, και θεώνεται. Τούτο δεν σημαίνει τροποποίηση και μεταβολή της ανθρώπινης φύσεως σε θεϊκή. Η ανθρώπινη φύση αν και θεώθηκε διατηρεί τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της.
4) Η Μαρία είναι Θεοτόκος
Με τον ευαγγελισμό της Θεοτόκου από τον αρχάγγελο Γαβριήλ, η  Μαρία συλλαμβάνει και σε εννιά μήνες γεννά τον σαρκωμένο Θεό Λόγο.  Η ανθρώπινη φύση του Χριστού, δεν είχε δικιά της προσωπικότητα, προσέλαβε αυτή του Θεού Λόγου. Η Μαρία γίνεται ο φορέας για την πραγματοποίηση του σχεδίου της Θείας οικονομίας. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία θέσπισε δυο δόγματα σχετικά με την Θεοτόκο που δεν είναι αποδεκτά από την Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτά είναι: 1) η άσπιλη σύλληψη της Θεοτόκου. Το δόγμα αυτό, το όποιο διετύπωσε το 1854 ο Πάπας Πίος ο 9ος, σημαίνει ότι η Παναγία γεννήθηκε άσπιλη, αναμάρτητη, και δεν είχε το προπατορικό αμάρτημα, όπως το έχουμε όλοι οι άνθρωποι. Η διδασκαλία αυτή βέβαια περί της ασπίλου συλλήψεως δεν στηρίζεται πουθενά, ούτε στην Αγία Γραφή, ούτε στην διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας. 2) η ενσώματη μετάσταση της Θεοτόκου. Η Καθολική Εκκλησία πιστεύει στο δόγμα της ενσώματης ανάληψης της Θεοτόκου που οριστικοποιήθηκε με την εγκύκλιο του Πάπα Πίου IB' το 1950. Αντίθετα, η Ορθόδοξη Εκκλησία κάνει λόγο πρώτα για  Κοίμηση της Θεοτόκου, δηλαδή πραγματικό θάνατο (χωρισμό ψυχής και σώματος) και στη συνέχεια για μετάσταση της Θεοτόκου, δηλαδή ανάσταση (ένωση ψυχής και σώματος) και ανάληψή της κοντά στον Υιόν της.


Ερωτήσεις: 1) Που έγινε η 4η οικουμενική σύνοδος; 2) Τι υποστηρίζει ο Μονοφυσιτισμός; 3) Τι  αποφάσισε η 4η οικουμενική σύνοδος; 5) Ποιες είναι οι συνέπειες της υποστατικής ένωσης των δυο φύσεων του Χριστού;



Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018

Πράξεις που στεναχωρούν τον Θεό

Πράξεις που στεναχωρούν τον Θεό
Μέσα από αποσπάσματα της Καινής Διαθήκης
               Αρσενοκοίτες - Ομοφιλόφιλοι
Για την Εκκλησία η ομοφυλοφιλία είναι ένα ανάρμοστο φαινόμενο. Ας  δούμε το παρακάτω αποσπάσματα από την Καινή Διαθήκη που αναφέρεται σε αυτό το θέμα.

"Μὴ πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι, οὔτε εἰδωλολάτραι, οὔτε μοιχοί, οὔτε θηλυπρεπεῖς, οὔτε ἀρσενοκοῖται, οὔτε πλεονέκται, οὔτε κλέπται, οὔτε μέθυσοι, οὔτε ὑβρισταί, οὔτε ἄρπαγες θὰ κληρονομήσουν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.  Τέτοιοι ήσασταν  μερικοί, ἀλλὰ ἐλουσθήκατε, ἁγιασθήκατε, ἐλάβατε δικαίωσιν διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ μας"(Α' Κορ.6,9).
"Διὰ τοῦτο τοὺς παρέδωσε ὁ Θεὸς εἰς πάθη ἀτιμωτικά, διότι καὶ οἱ γυναῖκες τους ἀντήλλαξαν τὴν φυσικὴν χρῆσιν μὲ τὴν ἀφύσικην, ὁμοίως καὶ οἱ ἄνδρες, ἀφοῦ ἄφησαν τὴν φυσικὴν χρῆσιν τῆς γυναικός, ἄναψαν ἀπὸ τὰς ὀρέξεις τους μεταξύ τους, ὥστε ἀσελγοῦν ἄνδρες μὲ ἄνδρες, ἀπολαμβάνοντες ἔτσι ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον τὴν ἀνταμοιβὴν τῆς πλάνης των ποὺ τοὺς ἄξιζε".(Ρωμ.1,26).
Αρσενοκοίτης είναι ο ομοφυλόφιλος, την ίδια σημασία είχε στην αρχαία Ελλάδα η λέξη Κίναιδος. Η ομοφυλοφιλία είναι βασικό εργαλείο της για την επιβολή της παγκοσμιοποίησης. Προβάλλεται από τα μέσα επικοινωνίας, την τηλεόραση τον σινεμά, και με παρελάσεις. Παγκοσμιοποίηση είναι η προσπάθεια για την κατάργηση των κρατών, των εθνών, των ηθικών αξιών, και της οικογένειας, με στόχο την καλύτερη διαχείριση των πληθυσμών από τους ηγέτες του κόσμου μας.
       Οινοποσία  - Αλκοολισμός
Και μη μεθύσκεσθε οίνω, ενώ έστιν ασωτία (Εφεσίους 5,18) Μην μεθάτε με κρασί, γιατί είναι ασωτία.
Οι αλκοολικοί δυσκολεύονται να αντισταθούν στην αυξημένη επιθυμία τους, οδηγούνται σιγά-σιγά σε αδυναμία να λειτουργήσουν εάν δεν πιουν (συμπτώματα στέρησης), πράγμα καταστροφικό τόσο για τους ίδιους όσο και για τον περίγυρο. Επιπλέον παρουσιάζουν συνήθως διαταραχές της συμπεριφοράς, χαρακτηριζόμενες από αστάθεια της ψυχικής διαθέσεως, περιορισμό της ικανότητας κρίσεως και  ηθική κατάπτωση. Με απλά λόγια ο όρος αλκοολισμός σημαίνει την υπερβολική χρήση οινοπνεύματος, την εξάρτηση από το οινόπνευμα αλλά και τις βλάβες που αυτό προκαλεί. Το αλκοόλ απορροφάται ταχέως από το στομάχι και διανέμεται γρήγορα σ’ όλο το σώμα. Η γεύση, η οσμή και η ικανότητα των αλκοολούχων ποτών να προσφέρουν χαλάρωση και ευφορία τα κάνουν ιδιαίτερα δημοφιλή στους καταναλωτές ανεξαρτήτου ηλικίας και φύλου και ειδικά σε περιόδους γιορτών.
Ανησυχητικά είναι τα αποτελέσματα ερευνών που δείχνουν τα νέα παιδιά να μπαίνουν με αξιώσεις, στο χορό του οινοπνεύματος, ενώ στατιστικά στοιχεία αναφέρουν ότι το 40% των τροχαίων θανατηφόρων ατυχημάτων σχετίζεται με την κατανάλωση αλκοόλ.
Σε περίπτωση κατάχρησης αλκοόλ, το άτομο παρουσιάζει συμπτώματα σωματικά και ψυχολογικά γνωστά ως μέθη. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν επιθετικότητα, αδυναμία, κριτικής σκέψης, αδυναμία συγκέντρωσης, ευφορία ή κατάθλιψη, συναισθηματική αστάθεια.  Σωματικές ενδείξεις είναι το κόκκινο πρόσωπο, η συγκεχυμένη ομιλία, η αστάθεια στις κινήσεις ή η αδυναμία συντονισμού των κινήσεων. Έτσι το άτομο μπορεί να εμφανιστεί πολύ έξυπνο, κοινωνικό, και με ικανότητα σκέψης, αλλά όσο προχωρά η κατανάλωση γίνεται μελαγχολικό, αργό, εσωστρεφές και τελικά μπορεί ακόμα και να χάσει τις αισθήσεις του.
          Κάπνισμα
Πρωταρχική δράση του Χριστού ήταν να θεραπεύει και να χαρίζει την υγεία. Το κάπνισμα καταστρέφει την υγεία μας. Ο Θεός θέλει να είμαστε υγιείς, να ζήσουμε την ζωή μας και  να κάνουμε καλά έργα.
Γιατί οι καπνιστές εθίζονται στο κάπνισμα;
Ανάμεσα στις χιλιάδες ουσίες του καπνού υπάρχει και η ΝΙΚΟΤΙΝΗ. Αυτή είναι μία άοσμη και άχρωμη ουσία που απορροφάται αμέσως από τους πνεύμονες του καπνιστή, μπαίνει στην κυκλοφορία του αίματος και μέσα σε 6-7 δευτερόλεπτα φτάνει στον εγκέφαλο. Η νικοτίνη έχει τονωτικές, αλλά και κατευναστικές επιδράσεις στο ανθρώπινο σώμα.  Η νικοτίνη ελαττώνει το στρες, ανακουφίζει την πλήξη και μειώνει την επιθετικότητα. Αυτές οι "καλές" δράσεις της νικοτίνης διαρκούν λίγα μόνο λεπτά. Συνηθίζοντας  να χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη ουσία, ο οργανισμός του καπνιστή απαιτεί να του χορηγείται τακτικά και στις ανάλογες δόσεις, αλλιώς θα εμφανίσει συμπτώματα στέρησης.
 Όποιος καπνίζει τρία με πέντε τσιγάρα την ημέρα είναι ασφαλής;
Κατηγορηματικά ΟΧΙ! Κατ’ αρχάς, για τον έφηβο ή γενικά τον νέο καπνιστή το επιχείρημα της ελαχίστης και ασφαλούς χρήσης αποτελεί την συνηθέστερη μεθοδολογία «στράτευσης» στο κάπνισμα.
 Γιατί ορισμένοι καπνιστές φτάνουν ως τα βαθιά γεράματα καπνίζοντας ενώ άλλοι πεθαίνουν νέοι;  Η επίδραση του τσιγάρου είναι διαφορετική από άνθρωπο σε άνθρωπο, σε άλλους επιδρά γρήγορα και σε άλλους αργά.
 Ποιες είναι οι επιπτώσεις του καπνίσματος; Έχει υπολογιστεί ότι  οι θάνατοι που προκαλεί το κάπνισμα κάθε χρόνο στις ανεπτυγμένες χώρες είναι περισσότεροι από όσους προκαλούν μαζί: το ΑΙDS, τα τροχαία ατυχήματα, οι ανθρωποκτονίες, οι αυτοκτονίες, η κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών και τα ναρκωτικά. Μεταξύ των σοβαρών ασθενειών που προκαλεί το κάπνισμα συγκαταλέγονται: Ο καρκίνος των πνευμόνων, οι παθήσεις των στεφανιαίων αγγείων της καρδιάς, του εγκεφάλου των αγγείων των άκρων του σώματος, και  προβλήματα γονιμότητας και εγκυμοσύνης, δυσκολεύονται δηλαδή οι καπνιστές να κάνουν παιδιά..