Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2018

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΩΣ ΜΕΣΟΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΩΣ ΜΕΣΟΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ

Τὴν ἐποχὴ ποὺ γεννήθηκε ὁ χριστιανισμὸς κυριαρχοῦσαν στὸ γεωγραφικὸ χῶρο τῆς Μεσογείου οἱ γλῶσσες: ἑβραϊκή, ρωμαϊκὴ καὶ ἑλληνική, ὅπως δηλώνει ἡ ἐπιγραφὴ τῆς θανατικῆς καταδίκης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, στὸ σταυρὸ τοῦ Γολγοθᾶ. Ἦταν γραμμένη «ἑβραϊστί, ἑλληνιστί, ρωμαϊστί» (Ἰω. 19,20). Περισσότερο ἀπ’ ὅλες ὅμως κυριαρχοῦσε ἡ ἑλληνική. Καὶ αὐτὴ συνέβαλε ἀποφασιστικὰ στὴ διάδοση τοῦ χριστιανισμοῦ, γιατὶ ἦταν ἡ διεθνὴς γλῶσσα τῆς ἐποχῆς. Ὁμιλεῖτο ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνες, ἀπὸ τὸν 3ο πρὸ Χριστοῦ μέχρι τὸν 3ο μετὰ Χριστὸν αἰῶνα, στὰ ἑλληνικὰ καὶ στὰ μὴ ἑλληνικὰ κράτη τῆς ἀνατολικῆς Μεσογείου. Ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὰ Βαλκάνια, τὴ Μικρὰ Ἀσία, τὴ Συρία, τὴν Παλαιστίνη, τὴν Αἴγυπτο καὶ τὴ Λυβίη, τὴν Ἰταλία καὶ τὰ νησιὰ τῆς Μεσογείου.
Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὀνομαζόταν ἑλληνιστική, ἐπειδὴ εἶχε διαμορφωθεῖ στὰ ἑλληνιστικὰ λεγόμενα χρόνια. Στὰ χρόνια δηλαδὴ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ τῶν διαδόχων του. Καὶ εἶχε ὡς βάση τὴν ἀττικὴ διάλεκτο. Αὐτὴ εἶχε διαδοθεῖ στοὺς λαούς, ποὺ εἶχε  κατακτήσει καὶ ἐκπολιτίσει ὁ Ἕλληνας Μακεδόνας στρατηλάτης Μέγας Ἀλέξανδρος, χωρὶς νὰ ὑποστεῖ σημαντικὴ ἐπίδραση ἀπὸ τὶς γλῶσσες τῶν ἐντοπίων. Καὶ ὀνομάστηκε Κοινὴ Ἑλληνιστική, ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶχε καταστεῖ «τὸ κοινὸν μέσον συνεννοήσεως Ἑλλήνων καὶ ξένων, καθ’ ὑπέρβασιν τῶν παλαιῶν διαλέκτων».
Πόσο εὐρύτατα διαδεδομένη ἦταν ἡ ἑλληνιστικὴ κοινὴ γλῶσσα κατὰ τὴν περίοδο τῆς Ρωμαιοκρατίας, ποὺ ἀκολούθησε τὴν ἐποχὴ τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καὶ τῶν διαδόχων του, ἐποχὴ στὴν ὁποία γεννήθηκε ὁ χριστιανισμός, τὸ μαρτυροῦν οἱ ἐπιγραφὲς ποὺ ἔχουν ἀνακαλυφθεῖ στὶς διάφορες πόλεις τῆς ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ἀλλὰ καὶ σ’ αὐτὴ τὴν ἴδια τὴ Ρώμη καὶ εἶναι στὴν πλειονότητά τους ἑλληνικές. Εἶχε εἰσχωρήσει ἀκόμη καὶ στὰ ἀνάκτορα τῶν Ρωμαίων ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμός. Ἔτσι ὁ αὐτοκράτορας Τιβέριος περιβαλλόταν ἀπὸ Ἕλληνες. Ὁ ἐπίδοξος διάδοχος Γερμανικὸς ἔγραφε τὰ ἐπιγράμματά του στὴν ἑλληνική. Ὁ δὲ φιλόσοφος Μᾶρκος Αὐρήλιος ἔγραψε στὴν ἑλληνικὴ τὸ γνωστὸ σύγγραμμά του «τὰ κατὰ σαὐτόν». Καὶ ὁ ὀνομαστὸς Ρωμαῖος σατιρικὸς ποιητὴς Ἰουβενάλιος (α΄-β΄ μ.Χ. αἰ.) ὀνομάζει τή Ρώμη urbs graeca (=πόλη ἑλληνική).
Τὰ μέλη τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ρώμης, πρέπει νὰ ἦταν στὴν πλειονότητά τους χριστιανοὶ ἐξ ἐθνῶν, ποὺ γνώριζαν τὴν ἑλληνική. Γι’ αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθύνει τὴν ἐπιστολή του πρὸς αὐτοὺς (Πρὸς Ρωμαίους) στὰ ἑλληνικά. Ἀλλὰ καὶ οἱ δώδεκα ἀπὸ τοὺς δεκαπέντε πάπες τῆς Ρώμης πρέπει νὰ ἦταν ἑλληνικῆς καταγωγῆς, ἀφοῦ φέρουν ἑλληνικὰ ὀνόματα: Λῖνος, Κλεῖτος, Εὐάριστος, Ἀλέξανδρος, Τελεσφόρος, Ὑγῖνος, Ἀνίκητος, Σωτήρ, Ἐλευθέριος, Ξύστος, Ζεφυρῖνος, Κάλλιστος. Ἐξάλλου καὶ οἱ ἐπιγραφὲς στοὺς παπικοὺς τάφους εἶναι στὴν ἑλληνικὴ καὶ ὄχι στὴ λατινική, ἡ ὁποία σταδιακὰ ἐκτοπίστηκε.
  
Τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα γνώριζαν καὶ ὁμιλοῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι τῆς διασπορᾶς. Ὅσοι ἦταν διασκορπισμένοι γύρω ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη, ἀλλὰ καὶ σὲ ἀπομακρυσμένα μέρη. Καὶ μάλιστα τὴν ὁμιλοῦσαν ὡς μοναδικὴ καὶ ὄχι ὡς δεύτερη γλῶσσα. Ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι τῆς μεγάλης πόλης τῆς Ἀλεξάνδρειας τῆς Αἰγύπτου, οἱ ὁποῖοι εἶχαν λησμονήσει τόσο τὴ μητρική τους γλῶσσα, ὥστε παρέστη ἀνάγκη νὰ γίνει μετάφραση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπὸ τὴν ἑβραϊκὴ στὴν ἑλληνική (μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα).
Τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα γνώριζαν καὶ ὁμιλοῦσαν καὶ οἱ Ἰουδαῖοι τῆς Παλαιστίνης. Καὶ μάλιστα ὄχι μόνον οἱ  μορφωμένοι καὶ ὅσοι ἀνῆκαν στὶς ἀνώτερες κοινωνικὰ τάξεις, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἀνῆκαν στὶς μεσαῖες ἢ στὶς κατώτερες. Ἀκόμη καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς παραδοσιακοὺς Φαρισαίους, ὅπως γιὰ παράδειγμα ὁ Ἰουδαῖος ἱστορικὸς τοῦ α΄ μ.Χ. αἰ. Ἰώσηπος, τὸν ὁποῖο ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος ὀνόμασε Ἕλληνα. Στὴν τάξη τῶν ἑλληνιστῶν Ἰουδαίων ἀνῆκε καὶ ὁ μεγάλος Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος.
Ἀπὸ αὐτὰ συνάγεται ὅτι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα κυριαρχοῦσε στὶς πρῶτες χριστιανικὲς κοινότητες, τόσο ἐντὸς τῆς Παλαιστίνης, ὅσο καὶ ἐκτὸς αὐτῆς.
Ὁ ἑλληνισμός, λοιπόν, βοήθησε τὸ ἔργο τῆς διάδοσης καὶ ἐξάπλωσης τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας στὸν κόσμο. Ἔγινε τὸ ὄργανο μεταφορᾶς τοῦ μηνύματος τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ στὴν οἰκουμένη. Τόσο κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς χρόνους, ὅσο καὶ στοὺς μετέπειτα αἰῶνες. Στοὺς αἰῶνες τοῦ χριστιανικοῦ Βυζαντίου, στοὺς ὁποίους ἡ Ἱεραποστολὴ ἐκχριστιάνισε καὶ ἐκπολίτισε λαοὺς βάρβαρους καὶ ἀπολίτιστους. Ἔγινε ἀκόμη ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα τὸ ἔνδυμα, τὸ ὁποῖο περιβλήθηκαν καὶ διατυπώθηκαν τὰ δόγματα τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ὑπερκόσμιες ἀλήθειες τῆς θείας ἀποκάλυψης. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα μὲ τὸν πλοῦτο τῶν λέξεων, τὴ σαφήνεια, τὴν εὐκρίνεια καὶ ὅλη τὴ χάρη της ἔγινε τὸ ὄργανο ποιητικῆς ἔκφρασης τῆς πνευματικῆς ἀνάτασης καὶ τῆς προσευχῆς. Ἔγινε τὸ ὄργανο σύνθεσης ὑπέροχων ὕμνων λατρείας, ποὺ ἐνθουσιάζουν, τέρπουν, κατανύσσουν καὶ μεταρσιώνουν τὶς ψυχές. Τὶς ἀνεβάζουν σὲ ἄλλους κόσμους, ἄϋλους καὶ θείους. Τὸ ὁμολογοῦν ὀρθόδοξοι καὶ ἀλλόδοξοι, Ἕλληνες καὶ μή, πιστοὶ καὶ ἄπιστοι. Τὸ βεβαιώνουν τὰ πλήθη τῶν πιστῶν, ποὺ ἀπολαμβάνουν τὸ ὑπέροχο μεγαλεῖο τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιαστικῆς ὑμνωδίας, τόσο κατὰ τὶς θεῖες Λειτουργίες, ὅσο καὶ κατὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς Ἀκολουθίες (ἰδίως τῶν Χαιρετισμῶν τῆς Θεοτόκου, τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, τῶν Παρακλητικῶν Κανόνων τοῦ Δεκαπενταύγουστου).





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου