Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2017

Επαναληπτικό Β' Οικουμενικές Σύνοδοι

Επαναληπτικό Β' ΛΥΚΕΙΟΥ
                                   Ιδιότητες της Εκκλησίας:
• ΜΙΑ, γιατί στηρίζεται στην ενότητα του Ενός Θεού. (Πατέρα, Υιού και Αγίου Πνεύματος).Η ενότητα της Εκκλησίας εντοπίζεται στο δόγμα το ήθος τη λατρεία και τα έθιμα αυτής. Η Εκκλησία είναι μία γιατί ένα είναι το δόγμα της και μια η πίστη της. Την ενότητα αυτή καταλύουν οι αιρέσεις και τα σχίσματα. Γι' αυτό η Εκκλησία απομάκρυνε αυτά τα αιρετικά κινήματα από το σώμα της, πρώτα για να περισώσει  την ενότητά της και ύστερα για να προστατεύσει τα μέλη της από την διαβρωτική τους ενέργεια.
• ΑΓΙΑ, επειδή είναι χωρισμένη από κάθε αμαρτία, γιατί και ο Θεός είναι Άγιος. Άγιοι είναι και οι άνθρωποι που είναι μέλη της Εκκλησίας, που αν και πρόσκαιρα αμαρτάνουν στη συνέχεια συγχωρούνται γιατί αγωνίζονται και διώχνουν από μέσα τους τις αδυναμίες τους.
• ΚΑΘΟΛΙΚΗ, γιατί υπάρχει σ' όλη την οικουμένη, από την μια άκρη της γης ως την άλλη.  Ακόμα γιατί διδάσκει με τρόπο ακέραιο και χωρίς παραλείψεις όλα τα δόγματα που πρέπει να γνωρίζουν οι άνθρωποι, για τα ορατά και τα αόρατα πράγματα, για τα επουράνια και τα επίγεια. Και ακόμα γιατί φέρνει την αληθινή λατρεία σε όλες τις κατηγορίες ανθρώπων, άρχοντες και αρχόμενους, λόγιους και αγράμματους. Γιατί τέλος, γιατρεύει και θεραπεύει καθολικά κάθε είδους αρετή που εκδηλώνεται με έργα με λόγια και γενικά με παντοειδή πνευματικά χαρίσματα.
• ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ, γιατί διατηρεί ανόθευτη και απαραχάρακτη την Αποστολική διδασκαλία και Παράδοση και επειδή οι επίσκοποι που την ποιμαίνουν είναι διάδοχοι των αγίων Αποστόλων. Σημείο αυθεντικότητας της Εκκλησίας είναι όχι μόνο η αποστολική διαδοχή αλλά και η αποστολική διδαχή, ότι δηλαδή αληθινό παρέλαβαν οι απόστολοι και παρέδωσαν στους επισκόπους ως παρακαταθήκη πίστεως. Η Εκκλησία είναι αποστολική στο μέτρο που διατηρεί ακέραιη τη διδασκαλία των αποστόλων. 
                                         Οι Οικουμενικές Σύνοδοι
1. Η πρώτη Σύνοδος έγινε το 325 στη Νίκαια με αυτοκράτορα τον Μέγα Κωνσταντίνο. Καταδίκασε την άποψη του Αρείου που έλεγε ότι ο Υιός του Θεού δεν είναι ομοούσιος με τον Πατέρα και άρα δεν είναι αληθινός Θεός αλλά δημιούργημα του Πατέρα.
2. Η δεύτερη Σύνοδος έγινε το 381 στην Κωνσταντινούπολη με αυτοκράτορα τον Μέγα Θεοδόσιο. Μετά τον Άρειο εμφανίστηκαν στην Εκκλησία και νέοι αιρετικοί, όπως οι Πνευματομάχοι ή Μακεδονιανοί, υπό τον αιρεσιάρχη Μακεδόνιο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και άλλοι που προσείλκυαν πολλούς οπαδούς.  Αυτοί αρνούνταν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, θεωρώντας αυτό «κτίσμα και όχι Θεό, ούτε ομοούσιο με τον Πατέρα και τον Υιό». Η Σύνοδος όρισε πίστη στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, μιας θεότητας με τρεις ομότιμες  και ισάξιες προσωπικότητες.
3. Η τρίτη Σύνοδος έγινε το 431 στην Έφεσο με αυτοκράτορα τον Θεοδόσιος Β'. Η Σύνοδος αυτή καταδίκασε τον αιρετικό Νεστόριο που χώριζε τον ένα Χριστό σε δυο πρόσωπα, ένα του Θεού Λόγου και ένα του υιού της Μαρίας. Η Σύνοδος όρισε ότι ο
Επαναληπτικό  Β' Χριστός έχει μια προσωπικότητα και είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Η Μαρία μπορεί να ονομάζεται Θεοτόκος μιας και γέννησε τον Θεό Λόγο.
4. Η τέταρτη Σύνοδος έγινε το 451 στη Χαλκηδόνα της Μικράς Ασίας επί Αυτοκράτορα Μαρκιανού. Η Σύνοδος ασχολήθηκε με τις αιρετικές θέσεις του αρχιμανδρίτη Ευτυχή. Αυτός έλεγε ότι οι δυο φύσεις του Χριστού, η ανθρώπινη και η θεϊκή αναμείχθηκαν και δημιούργησαν μια νέα φύση που δεν είναι ούτε ανθρώπινη ούτε θεϊκή (Μονοφυσιτισμός). Η Σύνοδος ανακήρυξε ένα Ιησού Χριστό τέλειο Θεό και τέλειο άνθρωπο, ομοούσιος με τον Πατέρα και ομοούσιος με τους ανθρώπους. Οι δυο φύσεις του Χριστού η θεϊκή και η ανθρώπινη ενώνονται χωρίς να συγχέεται η μια με την άλλη, χωρίς να μετατρέπεται η μια σε άλλη, χωρίς να διαιρούνται ή να χωρίζονται. Οι δυο φύσεις διατηρούν ακέραιες τις ιδιότητές τους στο ένα πρόσωπο του Χριστού.
5. Η πέμπτη Σύνοδος έγινε το 553 στη Κωνσταντινούπολη υπό του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Η Σύνοδος καταδίκασε το Ωριγένη (185-251) που έλεγε ότι οι ψυχές προϋπάρχουν από την γέννηση των σωμάτων. Αυτές κατοικούν σε ανθρώπινα σώματα και όταν αυτά πεθαίνουν μπαίνουν σε κάποιο νέο σώμα (ενός βρέφους).
6. Η έκτη Σύνοδος συγκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη  το 680 από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Δ΄ Πωγωνάτο. Η Σύνοδος καταδίκασε την αίρεση του Μονοθελητισμού και Μονοενεργητισμού. Υποστήριζαν ότι ο Χριστός έχει μια θεία θέληση και μια θεία ενέργεια, αυτή της θεϊκής φύσης. Η Σύνοδος αποφάσισε ότι ο Χριστός έχει δύο φύσεις, άρα έχει και δυο θελήσεις και δυο ενέργειες, μια θεία θέληση και ενέργεια και μια ανθρώπινη θέληση και ενέργεια, ενωμένες αδιαίρετα άτρεπτα αχώριστα και ασύγχυτα. Εαν οι ιδιότητες των φύσεων ακυρωθούν τότε και οι φύσεις ακυρώνονται, γιατί κάθε φύση υπάρχει μαζί με τις ιδιότητές της. Κάθε φύση ενεργεί τα δικά της χαρακτηριστικά, η θεία φύση ενεργεί τα θεία και η ανθρώπινη τα ανθρώπινα. Συνοπτικά λέμε ότι ο Ιησούς Χριστός, ο ένας της τριάδας, έγινε άνθρωπος, ομοούσιος με εμάς, χωρίς αμαρτίες, και ένωσε στην μια προσωπικότητά του, στην προσωπικότητα του Θεού Λόγου, τη θεία και την ανθρώπινη φύση ασύγχυτα, άτρεπτα, αχώριστα, και αδιαίρετα.  
7. Η έβδομη Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ΄ και τη μητέρα του, Αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία  το 787 στη Νίκαια της Βιθυνίας. Η Σύνοδος καταδίκασε τους εικονομάχους και διακήρυξε ότι θεός είναι μεν απερίγραπτος, όμως ο Θεός με την σάρκωση και ενανθρώπησή Του πήρε ανθρώπινη μορφή στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, το οποίο είναι σαφώς περιγραπτό και υλικό. Η απεικόνιση λοιπόν της μορφής του Χριστού μας υπενθυμίζει αυτό το μεγάλο γεγονός της ενανθρωπήσεως του Θεού και της Θείας Οικονομίας που άνοιξε στην ανθρωπότητα τον δρόμο που θα την οδηγήσει και πάλι κοντά στον Πατρικό οίκο. Αντίστοιχα, η απεικόνιση των Αγίων μας βοηθά να θυμόμαστε τα γεγονότα του βίου τους, να διατηρούμε ζωντανό το παράδειγμά τους και να τους μιμούμαστε. Αυτή την Ορθή Πίστη διακηρύττουμε κάθε χρόνο την Κυριακή της Ορθοδοξίας, λιτανεύοντας τις Εικόνες και διαβάζοντας τις κυριότερες αποφάσεις της Συνόδου.




  

Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

Επαναληπτικό A' Τα Μυστήρια της Εκκλησίας

Επαναληπτικό μάθημα          Τα Μυστήρια της Εκκλησίας
1.Το Μυστήριο του Βαπτίσματος
Βάπτισμα χριστιανικό είναι η τριπλή κατάδυση  του πιστού στο όνομα της Αγίας Τριάδας, του Πατρός, του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος. Με την συμβολική διαδικασία αυτή ο βαπτιζόμενος πεθαίνει και ανασταίνεται μιμούμενος τον θάνατο και την ανάσταση του Ιησού Χριστού. Έτσι φυτεύεται στο σώμα του Χριστού, δηλαδή την Εκκλησία, και συμμετέχει στην θεία ζωή του Χριστού.
2.Το Μυστήριο του Χρίσματος
Με το Χρίσμα ο βαπτισμένος λαμβάνει τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος που τον ενισχύουν στην καθημερινή του ζωή. Το Άγιο Πνεύμα ζωογονεί, εμψυχώνει και ενδυναμώνει τον άνθρωπο. Ο απόστολος Παύλος παραθέτει τους  καρπούς του Πνεύματος, οι οποίοι είναι «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότητα, αγαθοσύνη, πίστη, πραότητα και η ασκητικότητα» (Γαλ.5:22).
3.Το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας
Θεία Ευχαριστία είναι το μυστήριο όπου το ευλογημένο ψωμί και κρασί μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα του Χριστού, και μεταδίδονται στους χριστιανούς λαμβάνοντας την συγχώρηση των αμαρτιών και την αιώνια ζωή. Η Θεία Ευχαριστία είναι  η αναπαράσταση του Μυστικού Δείπνου του Χριστού με τους δώδεκα μαθητές του. Εκεί ο Χριστός τους πρόσφερε ψωμί και κρασί λέγοντάς τους ότι αυτό είναι το σώμα και το αίμα μου, και όποιος τα τρώει, λαμβάνει την χάρη, την ευλογία του Θεού και γίνεται η ψυχή του αθάνατη.  
4.Το Μυστήριο της Μετανοίας
Μετάνοια είναι το μυστήριο όπου πραγματοποιείται η συγχώρεση των μετά το βάπτισμα  αμαρτιών. Το βάπτισμα σβήνει το προπατορικό και όποιο άλλο αμάρτημα, αν όμως μας συμβεί κάποια νέα αμαρτία τότε μπορούμε να προσέλθουμε μετανοημένοι σε έναν πνευματικό πατέρα και εξομολογούμενοι λαμβάνουμε την συγχώρηση γι' αυτήν. Ο Χριστός έδωσε την αρμοδιότητα στους αποστόλους να συγχωρούν τους αμαρτωλούς ανθρώπους συμφώνα με την μεγάλη του αγάπη γι' αυτούς. Παρότι ο Αδάμ παράκουσε την εντολή του Θεού και έφαγε τον απαγορευμένο καρπό και οδηγήθηκε στην αμαρτία και τον θάνατο, ο Θεός με το σχέδιο της θείας οικονομίας συγχώρεσε τον άνθρωπο και του χάρισε ξανά τον παράδεισο.  Ο άνθρωπος από μόνος του δεν μπορούσε να νικήσει τον θάνατο, αυτό το έκανε ο Χριστός αφού προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και έγινε ο νέος Αδάμ. Ο Χριστός ως εκπρόσωπος όλου του ανθρωπίνου γένους, ανακεφαλαιώνει, επανορθώνει, συγχωρεί, και θεώνει την ανθρώπινη φύση
5.Το Μυστήριο της Ιεροσύνης
 Ιεροσύνη είναι το μυστήριο στο οποίο με την προσευχή και την τοποθέτηση των χεριών του επισκόπου στον χειροτονούμενο έρχεται η θεία χάρη και τον ανακηρύσσει σε έναν από τους τρεις βαθμούς της Ιεροσύνης. Δηλαδή σε Διάκονο ή Πρεσβύτερο ή Επίσκοπο. Ο Χριστός κατά την δημόσια παρουσία του στον κόσμο διάλεξε ορισμένους ανθρώπους για να τον εκπροσωπούν, για να συνεχίσουν την διδασκαλία του, και για να τελούν τα μυστήρια της Εκκλησίας. Αυτοί ονομάστηκαν Απόστολοι και έλαβαν την ημέρα της Πεντηκοστής την χάρη του Αγίου Πνεύματος με την οποία οργάνωσαν την Εκκλησία. Από τα πρώτα χρόνια της δράσης των Αποστόλων, επέλεξαν και αυτοί  άλλους συνεργάτες που ονομάστηκαν Διάκονοι ή Επίσκοποι.
Οι Απόστολοι ταξιδεύοντας σε διάφορους τόπους όριζαν σε κάθε τόπο έναν επίσκοπο, για να εκπροσωπεί και να ενεργεί τα πνευματικά έργα της Εκκλησίας. Ο Διάκονος, όπως δηλώνει η λέξη, είναι βοηθός του Πρεσβυτέρου και του Επισκόπου. Μόνος του δεν μπορεί να τελέσει κανένα μυστήριο. Ο Πρεσβύτερος τελεί τα Μυστήρια εκτός από αυτό της Ιεροσύνης. Ο Επίσκοπος τελεί όλα τα μυστήρια κι επιπλέον έχει την ευθύνη για την ορθή διδασκαλία και την πνευματική πρόοδο των πιστών.
6.Το Μυστήριο του Γάμου
Γάμος είναι το μυστήριο, δια του οποίου δημιουργείται, ευλογείται και αγιάζεται η ορθόδοξη οικογένεια. Κατ' οικονομία, το μυστήριο επαναλαμβάνεται το πολύ μέχρι τρεις φορές. Είναι μυστήριο το οποίο ενώνει άνδρα και γυναίκα με φυσικό δεσμό, μέσω τη θείας ευλογίας, το οποίο σα στόχο έχει την αγιότητα των συζύγων, την παιδοποιία και την χριστιανική ανατροφή των παιδιών τους. Η ένωση του άνδρα και της γυναίκας προσομοιάζει συμβολικά με την ένωση του Χριστού με την Εκκλησία. Ο γάμος είναι ένα σπουδαιότατο γεγονός στη ζωή των δύο ανθρώπων. Η αρμονία στη συμβίωση απαιτεί υπομονή και ταπείνωση, παραίτηση του καθένα από το εγωιστικό του θέλημα, αγάπη και υποχωρητικότητα. Αυτά θα τα πετύχουν οι σύζυγοι και με δική τους προσπάθεια αλλά κυρίως με τη βοήθεια και την ευλογία του Θεού.
7. Το Μυστήριο του Ευχελαίου
Ευχέλαιο είναι το μυστήριο με το οποίο ευλογεί αρχικά ο ιερέας το λάδι ενός καντηλιού και στη συνέχεια αλείφει με το λάδι αυτό τους πιστούς και λαμβάνουν την θεία χάρη με την οποία θεραπεύουν την τυχόν ασθένεια που έχουν. Στο μυστήριο του Ευχελαίου τα ορατά στοιχεία είναι το λάδι, η ευχή της Εκκλησίας και η σταυροειδής χρίση του ασθενούς με το άγιο έλαιο. Αόρατο δε η αόρατη θεία Χάρη, η οποία και τον ασθενή θεραπεύει, αν αυτό είναι το θέλημα του Θεού, και την άφεση αμαρτιών χορηγεί με την προϋπόθεση της μετάνοιας. Το μυστήριο αυτό τελείται στις Εκκλησίες  κάθε Μεγάλη Τετάρτη το απόγευμα, μετέχει σε αυτό όποιος θέλει και αισθάνεται την ανάγκη. Καλό όμως είναι όλοι να μετέχουμε και όλοι να παίρνουμε την αγία χρίση, διότι μυστήριο της Εκκλησίας είναι και πάντοτε ωφέλεια προξενεί.

Εκκλησία
Εκκλησία είναι το ιερό Σώμα που ίδρυσε στη γη ο σαρκωμένος λόγος του θεού, ο Χριστός, για την σωτηρία των ανθρώπων, και φέρνει το κύρος και την αυθεντία του θεού, και περιλαμβάνει τους ανθρώπους του έχουν την ίδια πίστη, κοινωνούν μαζί τα μυστήρια, και διοικούνται από κανονικούς εκκλησιαστικούς ηγέτες.

Μυστήρια
 Μυστήρια της Εκκλησίας είναι οι τελετές που μεταδίδουν με συμβολικές πράξεις  την αόρατη ουράνια ευλογία και προκαλούν σωτήριες συνέπειες στους πιστούς, δηλαδή ενώνονται με τον Θεό.


Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2017

Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος

Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος

Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος ή Πρώτη Σύνοδος της Εφέσου, ονομάζεται η Εκκλησιαστική Σύνοδος η οποία διενεργήθηκε το 431 στην Έφεσο της Μικράς Ασίας και συγκλήθηκε από τον Αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄, μετά από προτροπή του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νεστορίου. Πρόεδρος της συνόδου ήταν ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας, Κύριλλος και κύριος στόχος του ήταν η καταδίκη της αιρέσεως του Νεστοριανισμού.
 Μετά την καταδίκη του Αρειανισμού στη Ρωμαϊκή (Βυζαντινή) Αυτοκρατορία, νέα εστία εντάσεως στο εσωτερικό της εκκλησίας ανεδείχθη η αίρεση του Νεστοριανισμού. Ο Νεστόριος και οι ακόλουθοί του αρνούνταν τον όρο Θεοτόκος για τη μητέρα του Ιησού Χριστού, θεωρώντας πως είναι αδύνατο ένας άνθρωπος να γεννήσει έναν Θεό.
Μετά το πέρας της Α΄ οικουμενικής Συνόδου και τη διακήρυξη της ομοουσιότητας του Πατρός και του Υιού, τέθηκε με ιδιαίτερη ένταση το ζήτημα της ένωσης της θείας και ανθρώπινης φύσεως, στον ενσαρκωθέντα Λόγο. Το ζήτημα είχε ήδη τεθεί προ της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου, αφού ορισμένοι υποστήριζαν πως ο Λόγος προσέλαβε άψυχο σώμα, με αποτέλεσμα να απορρίπτουν «όχι μόνο τη φυσική θεότητα του Χριστού, αλλά και την πληρότητα της ανθρωπότητάς του».
Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριος, σε ομιλία περί της Χριστοτοκίας της Μητρός του Ιησού, υποστήριζε πως «Θεοτόκον την Μαρίαν να μην την λέει κανείς».  Ο ίδιος μάλιστα ανέλαβε και τη θεολογική θεμελίωση του όρου Χριστοτόκος, υποστηρίζοντας πως η Μαρία γέννησε έναν άνθρωπον. Θεωρούσε δε, πως ο όρος  θεοτόκος είναι μη βιβλικός, και ειδωλολατρικός. Ανέφερε επίσης, πως η παρθένος γέννησε άνθρωπον Χριστόν που κατοίκησε μέσα του ο Θεός Λόγος, ο οποίος απλώς «διήλθε» δια της Μαρίας, αλλά δεν γεννήθηκε από την Μαρία.
Ο Νεστόριος δίδασκε ότι ο Χριστός έχει δύο ξεχωριστά πρόσωπα, ή δυο προσωπικότητες. Τον ένα Υιόν χώριζε σε δυο Υιούς, και άλλον έλεγε ότι είναι υιός του Θεού και άλλον ότι είναι Υιός της Μαρίας. Η ένωση των δυο φύσεων έγινε σαν μια φαινομενική ένωση και όχι πραγματική.
 Οι Ορθόδοξοι πιστεύουν, ότι ο Χριστός έχει δύο φύσεις, δυο θελήσεις και δύο ενέργειες, αλλά μία μόνο υπόσταση, δηλ. είναι ένα πρόσωπο, μια προσωπικότητα.. Οι θελήσεις και οι ενέργειες του Κυρίου είναι φυσικές, επειδή είναι των φύσεών Του. Ο Νεστοριανισμός δέχεται ότι τα δύο πρόσωπα του Χριστού έχουν δύο διαφορετικές αγιότητες, μία θεία, από τη θεότητα, και μία ανθρώπινη.
Η επικρατέστερη άποψη θεολογούσε περί «υποστατικής ένωσης» των δύο φύσεων στον Ιησού Χριστό και απέρριπτε πως η παρθένος γέννησε μόνο «ψιλόν άνθρωπον», θεολογώντας πως η προσωπικότητα (υπόσταση) του θεού Λόγου ενώθηκε με ανθρώπινο έμψυχο σώμα.
Κατά τη θεολογία της εκκλησίας, η μη αντίδοση των ιδιωμάτων(η μετάδοση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών  της θείας και ανθρώπινης φύσης στην μια προσωπικότητα  του Χριστού), αντέκρουε τη θεολογία των πατέρων, διότι έτσι «μειώνεται η αποτελεσματικότητα της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους, και ήταν αδύνατο να μεταδώσει στους ανθρώπους την θεία χάριν και δύναμιν και ζωή».
Ο Αλεξανδρείας Κύριλλος, υποστήριξε ότι: η Παναγία είναι Θεοτόκος επειδή «γέννησε τον Λόγο του Θεού που έγινε Σαρξ (σάρκα)»,  (Ο Λόγος σαρξ εγένετο, Κατά Ιωάν. 1, 14). Η Παναγία κατά τον Κύριλλο δεν γέννησε έναν άνθρωπο τυπικά ενωμένο με το Θεό, αλλά ένα μοναδικό και αδιαίρετο πρόσωπο, που είναι ταυτόχρονα Θεός και άνθρωπος. Το όνομα Θεοτόκος περιφρουρεί την ενότητα του προσώπου του Χριστού: η μη αποδοχή ενός τέτοιου τίτλου σημαίνει ότι δεν γίνεται αποδεκτός ο Ενσαρκωμένος Χριστός ως τέλειος θεός και ταυτόχρονα τέλειος άνθρωπος. Η εισαγωγή όμως ενός τέτοιου διαχωρισμού στο εσωτερικό του προσώπου του Χριστού υπονομεύει το σωτηριολογικό περιεχόμενο της ενσάρκωσης, καταστρέφοντας τη γέφυρα μεταξύ Θεού και ανθρωπότητας. Η Σύνοδος της Εφέσου ασχολήθηκε με την αποκρυστάλλωση του δόγματος της ενσάρκωσης και του σωτηριολογικού της περιεχομένου: στο πλαίσιο αυτό, ο όρος Θεοτόκος αποκτά την ίδια σημασία που είχε για το τριαδολογικό ζήτημα ο όρος «ομοούσιος» (ο όρος δηλαδή που εξέφραζε την ταυτότητα της ουσίας, και άρα την ενότητα της Τριάδας, παρά τη διάκριση τριών προσώπων στο εσωτερικό της).

Πέμπτη 16 Νοεμβρίου 2017

Α΄και Β' Οικουμενική Σύνοδο

 Α΄και Β' Οικουμενική Σύνοδο

Το 325 στη Νίκαια της Βιθυνίας ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α΄ συγκάλεσε την Πρώτη Σύνοδο της Νίκαιας ή Α΄ Οικουμενική Σύνοδο με σκοπό την αποκατάσταση της ειρήνης στα εκκλησιαστικά ζητήματα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Η σύνοδος καταδίκασε τη διδασκαλία του Αρείου, συνέταξε το Σύμβολο της Νίκαιας που καθιέρωσε τον όρο ομοούσιος και όρισε τον εορτασμό του Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Με τη Σύνοδο αυτή η Εκκλησία εντάχθηκε στις επίσημες δομές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ο συνοδικός θεσμός έγινε θεμελιώδους σημασίας για τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό Επίσης, αποτέλεσε το πρότυπο για τις μελλοντικές Οικουμενικές Συνόδους. Στόχος ήταν η καταπολέμηση των αιρετικών διδασκαλιών, και ο αγώνας αναίρεσης της λανθασμένης, θεολογίας και η καταστολή της ηθικής διαφθοράς.
Τον Δ΄ αιώνα μετά το τέλος των Διωγμών εμφανίστηκε η πρώτη μεγάλη δογματική απειλή για την επίσημη χριστιανική θρησκεία. Ήταν η διδασκαλία του Αρείου. Το πρόβλημα που βασάνιζε τον Άρειο ήταν η αιώνια γέννηση του Θείου Λόγου. Δίδασκε, λοιπόν, ότι ο Υιός δεν είναι κατά φύση και κατ ουσίαν αληθινός Θεός. Δημιουργήθηκε από το Θεό - Πατέρα κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή «εν χρόνω». Για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί αγέννητος. Ήταν επομένως, ένα απλό κτίσμα του Θεού. Ως κτίσμα, λοιπόν, ο Υιός και ο Λόγος του Θεού δεν είναι συνάναρχος και συναΐδιος (αιώνιος) προς τον Πατέρα, αλλά δημιουργήθηκε με την θέληση του Πατρός, ενώ τα άλλα κτίσματα δημιουργήθηκαν από το Θεό δια μέσου του Υιού. Η συνδημιουργία του κόσμου από το Θεό και τον Υιό δε σημαίνει ότι ο δεύτερος μετείχε στη φύση ή στην ουσία του Θεού ούτε ότι ήταν κατά φύση αληθινός Θεός. Ο Άρειος υποστήριζε την απόλυτη μοναρχία της θεότητας και δεχόταν ένα Θεό αγέννητο και άναρχο. Επομένως, πριν από τη δημιουργία του Υιού ήταν απόλυτη η «μοναρχία» του μόνου αγέννητου και άναρχου Θεού. Έκδηλο είναι ότι ο Άρειος χρησιμοποιεί τις θεολογικές έννοιες της πατρότητας και της υιότητας μεταφορικά και κατ' αναλογία προς την ανθρώπινη ζωή, κατά την οποία ο πατέρας προηγείται χρονικά του υιού του. Επιχειρεί, λοιπόν, να εξηγήσει με βάση τις ανθρώπινες σχέσεις τις σχέσεις των Προσώπων της Αγίας Τριάδος.
Την αιρετική διδασκαλία του Αρείου ανέλαβε να ανασκευάσει ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Αλέξανδρος με τη βοήθεια του Μεγάλου Αθανασίου.  Η φράση που υπήρξε κλειδί εναντίον της αρειανικής δοξασίας είναι το "ομοούσιον τω Πατρί", η λέξι αυτή υπήρχε στην ελληνική φιλοσοφία. Ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, δηλαδή έχει την ίδια ουσία με τον Πατέρα. Άρα ο Υιός δεν είναι κτίσμα, ξένο και ανόμοιο της ουσίας του Θεού, ούτε έλαβε την ύπαρξή του κάποια στιγμή στον χρόνο. Το ομοούσιο αναδεικνύει την πληρότητα της θεότητας του Χριστού, και δεν υπάρχει ιδιότητα του Πατέρα που να μην την έχει και αυτός.
Η Σύνοδος καταδίκασε τον Άρειο, και τη διδασκαλία του. Εξέδωσε 20 ιερούς κανόνες και το Σύμβολο της Νίκαιας.
Μετά την Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας εμφανίστηκαν στην Εκκλησία και νέοι αιρετικοί, όπως οι Πνευματομάχοι ή Μακεδονιανοί, υπό τον αιρεσιάρχη Μακεδόνιο Κωνσταντινουπόλεως και άλλοι που προσείλκυαν πολλούς οπαδούς.

Το χριστολογικό ζήτημα τέθηκε εξ αιτίας της αιρέσεως του Απολιναρίου Λαοδικείας. Ο Απολινάριος (390 μ.Χ.), δίδασκε ότι ο Χριστός  είναι τέλειος Θεός που κατά την Ενανθρώπιση έλαβε μόνο σάρκα («Θεός σαρκοφόρος»), δηλαδή ανθρώπινο σώμα χωρίς ψυχή.  Η ανθρώπινη φύση μετά την ένωση πρέπει να θεωρηθεί ότι απορροφήθηκε από την θεότητα του Λόγου, έτσι ώστε ο Χριστός να μην είναι τέλειος άνθρωπος, αλλά μόνο τέλειος Θεός. Αν ο Λόγος δεν προσέλαβε την ανθρώπινη ψυχή τότε είναι αδύνατη και η σωτηρία του ανθρώπου.  Ο Χριστός δηλαδή μας σώζει με το να γίνει ότι είμαστε κι εμείς· μας θεραπεύει παίρνοντας την ανθρώπινη φύση μέσα στον εαυτό του, «προσλαμβάνοντάς» την, έτσι που να είναι δική του. Ο Χριστός δεν πήρε μόνο ένα ανθρώπινο σώμα, σαν το δικό μας, αλλά κι ανθρώπινο πνεύμα, νου και ψυχή σαν τα δικά μας
 Οι Πνευματομάχοι ή Μακεδονιανοί αρνούνταν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, θεωρώντας αυτό «κτίσμα και όχι Θεό, ούτε ομοούσιο με τον Πατέρα και τον Υιό». Στη διδασκαλία του Απολιναρίου και του Μακεδονίου αντέδρασαν από πολύ νωρίς οι Πατέρες της Εκκλησίας και τους καταδίκασαν.  Η οριστική όμως καταδίκη της αιρετικής τους κακοδοξίας έγινε από τη Β' Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 381 μ.Χ. υπό του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μεγάλου. Συμμετείχαν σε αυτήν εκατόν πενήντα Πατέρες. Η Β' Οικουμενική Σύνοδος απέκτησε μεγάλη σημασία για τον Χριστιανισμό προ πάντων διότι συμπλήρωσε το ιερό Σύμβολον της Πίστεως. Η σπουδαιότητα της παρούσης Συνόδου και του Συμβόλου αυτής έγκειται κυρίως στην ολοκλήρωση του Τριαδικού δόγματος, διά της θεσπίσεως της Τριαδικής Θεότητας και της «ἐκ τοῦ Πατρὸς» εκπορεύσεως του Πνεύματος. Αυτή κατά πρώτο και κύριο λόγο διετύπωσε πληρέστερα και ακριβέστερα το ιερό Σύμβολον της Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως, το «Πιστεύω», επειδή τα μεν επτά πρώτα άρθρα συντάχθηκαν υπό της Α' Οικουμενικής Συνόδου το 325 μ.Χ., τα δε πέντε τελευταία από τη Β' Οικουμενική Σύνοδο, εναντίον της Πνευματομαχίας που αρνιόταν τη Θεότητα του Τρίτου Προσώπου της Αγίας Τριάδος. Το ιερόν Σύμβολον της Πίστεως, το «Πιστεύω», απαγγέλεται από όλους τους Χριστιανούς ως ομολογία πίστεως,  και ως λειτουργικό κείμενο στη θεία λατρεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εκείνο το οποίο υπογραμμίζει ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης στη Σύνοδο είναι ότι ο Ίδιος ο Κύριος συνδέει το Πνεύμα με τον Πατέρα και τον Υιό, δεδομένου ότι έχει όλα τα χαρακτηριστικά της θείας φύσεως και είναι ζωοποιόν, άγιον, αΐδιον(αιώνιο), σοφόν, κυρίαρχο.  Αυτή η κοινότητα των Ονομάτων αποδεικνύει ότι ουδεμία διαφορά υπάρχει στην ενέργεια μεταξύ Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Γι' αυτό ο ιερός Πατέρας αναγράφει ότι «μία είναι η ζωή μας, η πίστη εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα, που πηγάζει ἐκ τοῦ Πατρός, πραγματώνεται διαμέσου του Υιού , και ολοκληρώνεται από το Άγιο Πνεύμα. Στην ερώτηση των Πνευματομάχων πως είναι δυνατόν το Πνεύμα να είναι ισότιμο προς τον Πατέρα και τον Υιό, εφ' όσον ο Πατέρας μεν είναι Δημιουργός, δι' Υιού δε τα πάντα δημιουργήθηκαν, απαντά ότι τα πάντα κτίσθηκαν εν Αγίω Πνεύματι και εξαίρει το συναΐδιον και αχώριστον των Τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος.


Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017

Η Αποστολική Σύνοδος


Η Αποστολική Σύνοδος
Προτού αναφερθούμε, εν συντομία, στην Αποστολική Σύνοδο, πρέπει, καταρχάς, να κατανοήσουμε τον όρο «Σύνοδος» στην Ορθοδοξία. Ο θεσμός της Συνόδου στην Εκκλησία μας, λοιπόν, είναι σημαντικός, καθώς έτσι αποκαλύπτεται ο τρόπος λειτουργίας της Εκκλησίας ως κοινωνικού σώματος. Η Σύνοδος είναι το ανώτατο διοικητικό σώμα της Εκκλησίας και απαρτίζεται από τους Επισκόπους της. Κάθε τοπική Εκκλησία έχει Ιερά Σύνοδο, η οποία συνέρχεται -συγκαλείται προς ρύθμιση και εξέταση των διαφόρων θεμάτων και ζητημάτων που αφορούν στην Εκκλησία, ώστε να εξασφαλίζεται η υγιής λειτουργία του εκκλησιαστικού σώματος. Για παράδειγμα, Σύνοδος συγκαλείται για την εκλογή και χειροτονία νέων Επισκόπων.
Από την εκκλησιαστική ιστορία μαθαίνουμε για τις Οικουμενικές Συνόδους. Αυτές ήσαν μεγάλες συνελεύσεις Επισκόπων από όλη την οικουμένη. Σκοπός και στόχος τους ήταν η οριοθέτηση της ορθής πίστης και η κανονική λειτουργία της Εκκλησίας. Έτσι στις Οικουμενικές Συνόδους πάρθηκαν αποφάσεις σχετικές με Δογματικά-Θεολογικά θέματα και ζητήματα Κανονικού Δικαίου, που απασχολούσαν εκείνη τη χρονική περίοδο όλη την Ορθόδοξη Εκκλησία, κατά τρόπο που να διασφαλίζουν και το μέλλον. 

Οι θεόπνευστες αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων θωράκισαν πολλάκις την Εκκλησία μας από τα πυρά των  αιρετικών  διδασκαλιών, γιατί η αίρεση οδηγεί τον άνθρωπο μακριά από τον Θεό. Οι αποφάσεις τους αποτελούν την ύψιστη αυθεντία της Εκκλησίας του Χριστού. Φάρος καθοδήγησης όλων των Συνόδων, απέβη η Αποστολική Σύνοδος που πραγματοποιήθηκε στα Ιεροσόλυμα το έτος 48.
Οι Απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας διαδραμάτισαν τον πρώτιστο ρόλο στη σύγκληση της Αποστολικής Συνόδου. Το έτος 48 οι δύο Απόστολοι ολοκλήρωσαν την πρώτη αποστολική περιοδεία (Κύπρος - Μικρά Ασία) και  παρέμειναν στην Αντιόχεια, για αρκετό καιρό, με τους άλλους χριστιανούς. Κατά την εκεί παραμονή τους, διηγήθηκαν στους χριστιανούς της Αντιοχείας πώς η ενεργούσα Χάρη του Αγίου Πνεύματος, δια μέσου των δύο Αποστόλων, φώτισε τις ψυχές των εθνικών, ώστε να ασπαστούν την πίστη του Χριστιανισμού. Ακούγοντας την αφήγηση, πολλοί το δεχτήκαν με χαρά και ενθουσιασμό,  αλλά κάποιοι που είχαν έρθει από τα Ιεροσόλυμα στην Αντιόχεια, δίδασκαν πως πρέπει πρώτα να εφαρμόσουν του νόμους του Μωυσή και του Ιουδαϊσμού για να μπορέσουν να σωθούν. (Πράξ. 15,1). Λόγω των δύο αυτών στάσεων προκλήθηκε μεγάλη αναστάτωση και σύγχυση, με αποτέλεσμα την αντίδραση των Αποστόλων Παύλου και του Βαρνάβα. Οι δύο αυτοί Απόστολοι, και άλλοι χριστιανοί από την Αντιόχεια, πήγαν στα Ιεροσόλυμα, για να λύσουν το ζήτημα, μαζί με τους λοιπούς Απόστολους και τους Πρεσβύτερους.
Μετά την υποδοχή στα Ιεροσόλυμα, συνήλθε η πρώτη Σύνοδος της Εκκλησίας, η Σύνοδος των Ιεροσολύμων, γνωστή και ως η Αποστολική Σύνοδος, προς επίλυση του περί των εθνικών προβλήματος που προέκυψε τότε. Καθοριστικό ρόλο στις συζητήσεις διαδραμάτισαν οι Απόστολοι Πέτρος, Βαρνάβας, Παύλος και Ιάκωβος. Ο απόστολος Πέτρος πήρε τον λόγο και είπε ότι ο άνθρωπος δεν σώζεται με τις τυπικές διατάξεις του Μωσαϊκού Νόμου, αλλά με την πίστη και τη Χάρη του Θεού. Μαζί του συμφώνησαν κι οι άλλοι Απόστολοι. Αυτή η απόφαση έγινε η βάση της χριστιανικής πίστης και της Εκκλησίας. Οι εθνικοί που πίστευαν στον Χριστό δεν θα ήταν υποχρεωμένοι να τηρούν τις διατάξεις του Μωσαϊκού Νόμου, αλλά όλοι οι πιστοί, και οι εξ εθνών και οι Ιουδαίοι, θα έπρεπε να ακολουθούν με πίστη τη διδασκαλία του Ευαγγελίου του Χριστού και να ελπίζουν στη σωτηρία που ο Θεός την δίνει σε όλους δωρεάν.
Στις συζητήσεις που έλαβαν χώρα αποφασίστηκε  να μην επιβληθεί κανένα άλλο βάρος στους εξ εθνών χριστιανούς παρά: «Ἀπεφασίσθη ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἀπὸ μᾶς νὰ μὴ σᾶς ἐπιβληθῇ κανένα περιπλέον βάρος παρὰ τὰ ἑξῆς οὐσιώδη:  Νὰ ἀπέχετε ἀπὸ τὰ κρέατα ποὺ ἔχουν προσφερθῆ εἰς τὰ εἴδωλα, ἀπὸ τὸ αἷμα, ἀπὸ ὅ,τι ἔχει στραγγαλισθῆ καὶ ἀπὸ τὴν πορνείαν». (Πράξ. 15:28-29).
Με την απόφαση της Αποστολικής Σύνοδου λύθηκε ένα μεγάλο πρόβλημα της τότε εποχής, δηλαδή του τρόπου αποδοχής των εθνικών στο Χριστιανισμό.




Παρασκευή 10 Νοεμβρίου 2017

Διάταγμα των Μεδιολάνων

παλαιολογου.jpgΔιάταγμα των Μεδιολάνων   
Διάταγμα των Μεδιολάνων (αλλιώς και διάταγμα του Μιλάνου, καθώς τα Μεδιόλανα είναι το - από τα λατινικά εξελληνισμένο - όνομα του σημερινού Μιλάνου της Ιταλίας) ονομάζεται το διάταγμα της θέσπισης της ανεξιθρησκίας στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, με το οποίο ο Μέγας Κωνσταντίνος σταμάτησε τους διωγμούς των χριστιανών το 313 μ.Χ. Με το διάταγμα νομιμοποιήθηκε η χριστιανική Εκκλησία ως «επιτρεπομένη θρησκεία» (βλ.Religio licita), οι οπαδοί της οποίας έπρεπε να προσεύχονται στον δικό τους θεό για την ευτυχία του κράτους. Με αυτή την κίνηση ο Κωνσταντίνος δεν έκανε το Χριστιανισμό επίσημη θρησκεία της Αυτοκρατορίας, απλώς εγγυήθηκε την ανοχή του κράτους απέναντι στους χριστιανούς. Παρόλο που το διάταγμα ίσχυε οι διωγμοί σταμάτησαν μόνο όταν ο Κωνσταντίνος έγινε μονοκράτορας (324). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι χριστιανοί να μην κρύβονται και κατά συνέπεια να μην χρησιμοποιούν τις κατακόμβες ως μέρος για να κρύβονται και να τελούν τις θρησκευτικές τους τελετές.

Ο Κωνσταντίνος και ο Χριστιανισμός

Ένα πολυσυζητημένο και μελετημένο υπό ποικίλα πρίσματα κεφάλαιο της ζωής και της πολιτικής του Κωνσταντίνου είναι η σχέση του με το Χριστιανισμό. Έχει ήδη προαναφερθεί ότι ο Κωνσταντίνος αξιοποίησε χωρίς διακρίσεις τους χριστιανούς στο στρατό του, εφάρμοσε στην επικράτειά του την αρχή της ανεξιθρησκίας και προστάτεψε έμπρακτα τις χριστιανικές κοινότητες με διάφορους τρόπους . Έχει λεχθεί ότι ο Κωνσταντίνος επέλεξε την ανοχή προς τον Χριστιανισμό ώστε να ενδυναμωθεί η εσωτερική συνοχή του ρωμαϊκού κράτους, το οποίο είχε επί 60 έτη μια πολύπλευρη κρίση.
Το πρώτο διάταγμα που ευνοούσε τον χριστιανισμό εκδόθηκε το 311 από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Γαλέριο, που υπήρξε ένας από τους πιο άγριους διώκτες του. Το διάταγμα αυτό αναγνώριζε το νόμιμο δικαίωμά τους να υπάρχουν. «Οι Χριστιανοί», έγραφε το διάταγμα, «μπορούν να υπάρχουν και να συναθροίζονται, εφόσον δεν κάνουν τίποτε το αντίθετο προς το κοινό καλό, και υποχρεούνται να προσεύχονται στον Θεό τους για το καλό μας, το καλό της πολιτείας και το δικό τους».
Από τα διάφορα μέτρα που θέσπισε μεγαλύτερη σημασία για τους χριστιανούς είχαν η επιστροφή της δημευμένης περιουσίας τους κατά τις περιόδους των διωγμών και το δικαίωμα που αποκτούσαν να αυξήσουν αυτή την περιουσία. Ο κάθε άνθρωπος επίσης θα μπορούσε πια να κληροδοτήσει την ιδιοκτησία του στην Εκκλησία, η οποία πάλι αποκτούσε το δικαίωμα της κληρονομιάς. Έτσι αναγνωριζόταν και η νομική υπόσταση της κάθε χριστιανικής κοινότητας. Ακόμη ο Κωνσταντίνος ενίσχυσε την ηθική θέση που είχαν οι επίσκοποι στις κοινωνίες τους. Τους παραχώρησε το δικαίωμα να επιλύουν τις ιδιωτικές διαφορές του ποιμνίου τους, όχι με την ιδιότητα του δικαστή, αλλά περισσότερο ως διαιτητές. Οι αποφάσεις των επισκοπικών δικαστηρίων αναγνωρίζονταν από το κράτος, ακόμη και για θέματα μη εκκλησιαστικά. Η επισκοπική δικαιοδοσία, όπως λεγόταν, ήταν μία ευνοϊκή για τους Χριστιανούς θεσμοθέτηση, αφού οι Χριστιανοί είχαν πολύ μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους επισκόπους από ότι στους δικαστές τις πολιτείας. Επίσης οι επίσκοποι απαλλάχτηκαν από όλες τις δημόσιες υποχρεώσεις και τα οικονομικά βάρη που τους αντιστοιχούσαν. Επιπλέον μέτρα ήταν η απαγόρευση της εργασίας την Κυριακή, καθώς και σε άλλες μεγάλες κατά τους Χριστιανούς γιορτές, όπως τα Χριστούγεννα. Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν οι αυτοκρατορικές χορηγίες, με τις οποίες ανεγέρθηκαν χριστιανικοί ναοί. Μεταξύ αυτών των ναών είναι και οι χριστιανικοί ναοί της Ανάστασης, της Γέννησης και του Όρους των Ελαιών στους χριστιανικούς Αγίους Τόπους.
Με όλα αυτά τα θεσπίσματα, και παρόλο που ο ίδιος ήταν κατηχούμενος στο Χριστιανισμό, ο Κωνσταντίνος διατήρησε το αξίωμα τού pontifex maximus (μέγιστος ιερέας)της κύριας θεότητας του ρωμαϊκού κράτους, του Δία, που αποτελούσε το ανώτατο αξίωμα της αυτοκρατορικής θρησκείας που ασκούσε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας. Κατά τη διάρκεια της ζωής του χρησιμοποιούσε τις εκφράσεις «Ημέρα του Ήλιου» (Dies Solis) και «Ανίκητος Ήλιος» (Sol Invictus), για να συμμετέχει στη λατρεία του Μίθρα, ο Μίθρας ταυτίστηκε με τον θεό του Ήλιου και την λατρεία του Ήλιου. Ο μιθραϊσμός ασκούνταν στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τον 1ο αιώνα π.Χ. ως τον 5ο αιώναμ.Χ. Είναι δε βέβαιο ότι ο Κωνσταντίνος υπήρξε υποστηρικτής της λατρείας του Ήλιου, έχοντας κληρονομήσει την αφιέρωση του αυτή στον Ήλιο από την οικογένειά του. Δεν στέρησε τους οπαδούς της αρχαίας θρησκείας από τα δικαιώματά τους ούτε έπαψε παράλληλα να στηρίζει την παραδοσιακή θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.Το κράτος εξακολουθούσε να καλύπτει τα έξοδα για τις διάφορες γιορτές και τελετές των εθνικών, στα νομίσματα παρέμειναν για αρκετά χρόνια τα συναφή σύμβολα, ενώ αναφέρεται ότι ίδρυσε ακόμη και ναούς για τους πιστούς της ρωμαϊκής λατρείας.
Στα Ιεροσόλυμα, κτίστηκε ο ναός της Ανάστασης του Χριστού. Οι περιοχές που έζησε ο Ιησούς είχαν χαρακτηριστεί ως άγιοι και θεοβάδιστοι για τους χριστιανούς, ιδιαίτερα ύστερα από τις εκτεταμένες ανασκαφές που διεξήγαγε εκεί η Αγία Ελένη.
Ο Κωνσταντίνος, ακολουθώντας τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του πατέρα του, είχε υιοθετήσει τον ενοθεϊσμό, την πίστη δηλαδή σε έναν υπέρτερο θεό και στην ύπαρξη άλλων μικρότερων θεοτήτων. Λάτρευε ως ύψιστο θεό το θεό Ήλιο (Μίθρα) και τη θεά Νίκη με σαφή συγκρητισμό, με ανάμειξη δηλαδή στοιχείων από την αρχαία ελληνική θρησκεία και από ανατολικές θρησκείες. Το πέρασμα από τον ενοθεϊσμό στο μονοθεϊσμό δεν θα πρέπει να ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Ίσως ο Κωνσταντίνος δυσκολεύτηκε να υποτάξει την ορμητική του προσωπικότητα στο ασκητικό και συγχωρητικό πνεύμα του Χριστιανισμού. Η αποδοχή του Χριστιανισμού από τον Κωνσταντίνο πρέπει να θεωρηθεί όχι ως γεγονός που έλαβε χώρα εν μιά νυκτί, αλλά μάλλον ως μια πορεία ζωής που ολοκληρώθηκε με τη βάπτισή του την ημέρα του θανάτου του. images (19).jpg

Εξαιρετικής σημασίας είναι το γεγονός πως με τον Κωνσταντίνο πραγματοποιήθηκε η μετάβαση από τον αυτοκράτορα-θεό στον ελέω θεού αυτοκράτορα. Η πεποίθηση αυτή σφραγίζει όλο το Μεσαίωνα της Ευρώπης και αναπόφευκτα επηρεάζει και την πολιτική σκέψη. Στην πολυθεϊστική παραδοσιακή θρησκεία της Ρώμης ο αυτοκράτορας ήταν ένας ακόμη θεός επί γης και έπειτα από το θάνατό του επέστρεφε στο Πάνθεο. Στο μονοθεϊστικό χριστιανισμό αυτή η θεωρία ήταν εξ ορισμού ασύμβατη. Έτσι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος προσδιόρισε το ρόλο του χριστιανού αυτοκράτορα ως του ανθρώπου που θέσει υποχρεούται να φροντίζει τους πιστούς της νέας θρησκείας. Χαρακτηριστική είναι η προτροπή του προς τους υπηκόους του και τους αξιωματούχους του να ασπαστούν το Χριστιανισμό και η άποψή του ότι πρέπει να βοηθήσει τους επισκόπους στη διάδοση της θρησκείας τους. Ο ίδιος πίστευε ότι ο Θεός τού είχε αναθέσει την ειδική αποστολή να φέρει την αρμονία στο κράτος και την εκκλησία. Η εκκλησία, αντίστοιχα, τον θεωρούσε δούλο Θεού και την μεταστροφή του θεία ενέργεια που αποσκοπούσε στην επέκταση του χριστιανισμού.




Σάββατο 4 Νοεμβρίου 2017

Η αρχή της Εκκλησίας

Η αρχή της Εκκλησίας
Υπάρχουν τρεις φάσεις εμφανίσεως της Εκκλησίας. Η πρώτη είναι η δημιουργία των αγγέλων και των ανθρώπων, η δεύτερη είναι η ζωή του Αδάμ στον παράδεισο και η περίοδος της Π.Δ. και η τρίτη φάση της Εκκλησίας είναι η ενανθρώπηση του Χριστού.
Με τη δημιουργία τω αγγέλων και των ανθρώπων έχουμε την εμφάνιση της πρώτης Εκκλησίας. Άγγελοι και άνθρωποι ανήκουμε στην ίδια Ποίμνη.
Η πρώτη Εκκλησία ολοκληρώθηκε με τη δημιουργία του ανθρώπου. Ο Αδάμ και η Εύα ζούσαν στον Παράδεισο αγγελική ζωή και ήταν σε συνεχή επικοινωνία με το Θεό. Με την πτώση του Αδάμ έγινε διάσπαση της κοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό, του ανθρώπου με τον εαυτό του και του ανθρώπου με όλη τη δημιουργία.
Παρά την πτώση όμως αυτή δεν αφανίζεται τελείως η Εκκλησία. Η Εκκλησία υφίσταται και στην περίοδο της Π.Δ. Ο άνθρωπος αγωνίζεται να αποκαταστήσει την κοινωνία με το Θεό και το επιχειρεί με τις διάφορες μορφές θρησκείας, αφού έχασε την αληθινή μνήμη και πραγματική γνώση του Θεού. Στην Π.Δ. υπήρχαν δίκαιοι άνθρωποι, όπως οι Κριτές, οι Προφήτες και οι άγιοι, οι οποίοι αξιώθηκαν θείας αποκαλύψεως. Κι επειδή η όραση του Θεού, σύμφωνα με τους πατέρες της Εκκλησίας, ταυτίζεται με τη θέωση και την κοινωνία του ανθρώπου με το Θεό, γι’ αυτό λέμε ότι στην Π.Δ. διατηρείται το μικρό τμήμα της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία στην Καινή Διαθήκη
Με την ενανθρώπηση του Χριστού έχουμε τη φανέρωση της Εκκλησίας. Η Εκκλησία γίνεται Σώμα Χριστού και αποκτά την Κεφαλή της, που είναι ο ίδιος ο Χριστός. Παράλληλα θεώθηκε η ανθρώπινη φύση την οποία προσέλαβε ο Χριστός. Έτσι οι Χριστιανοί, τα μέλη της Εκκλησίας, είναι πλέον μέλη του Σώματος του Χριστού. Η ανθρώπινη φύση ενώθηκε με τη θεία φύση. Γι’ αυτό δε χωρίζουν ποτέ και παραμένουν αιώνια ενωμένες.
Έτσι η Εκκλησία θα υπάρχει και μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τέλεια φανέρωση της Εκκλησίας. Βέβαια τα έσχατα στην Εκκλησία δεν είναι απομονωμένα από τα αρχικά και τα ενδιάμεσα. Οι άγιοι από τώρα γεύονται τα έσχατα και απολαμβάνουν τη δόξα του Θεού.
Το βάπτισμα στο όνομα της Αγ. Τριάδος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για μια καινούρια ζωή μέσα στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Με το ένα και μοναδικό βάπτισμα συγχωρείται ο άνθρωπος από το προπατορικό αμάρτημα και από τις αμαρτίες που έκανε μέχρι να βαπτισθεί.
Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού. Κεφαλή Της είναι ο ίδιος ο Χριστός και μέλη Της όλοι οι άνθρωποι, κληρικοί και λαϊκοί. Ο καθένας έχει τη δική του θέση μέσα στα Σώμα της Εκκλησίας, τα δικά του χαρίσματα –όπως ακριβώς ένα σώμα συνίσταται από διαφορετικά όργανα και μέλη. Όπως όταν πάσχει ένα μέλος, υποφέρει όλο το σώμα, έτσι και μέσα στην Εκκλησία: όταν χαίρεται ένα μέλος της Εκκλησίας, μοιράζεται τη χαρά του με όλους τους αδελφούς. Το ίδιο συμβαίνει κι όταν λυπάται ένα μέλος.
Η Εκκλησία συγκεντρώνεται όλη (και όχι ένα μόνο μέρος) σε κάθε Θεία Λειτουργία. Πάνω στο Άγιο Δισκάριο υπάρχει ο Αμνός (το Σώμα του Χριστού), οι μερίδες της Παναγίας και όλων των Αγίων, οι μερίδες των ζωντανών και των κεκοιμημένων. Έτσι, όταν τελείται η Θεία Λειτουργία, κοινωνούν όλα τα μέλη της Εκκλησίας με τον Θεό και μεταξύ τους και αγιάζονται επειδή ο Χριστός βρίσκεται ανάμεσά τους και είναι η Κεφαλή τους.
Εκκλησία δεν είναι μόνο οι κληρικοί. Ούτε μόνο οι λαϊκοί. Όλοι μαζί συναποτελούν το Σώμα του Χριστού. Ορατός τύπος του Χριστού σε κάθε τοπική Εκκλησία είναι ο επίσκοπος. Οι λοιποί κληρικοί και οι λαϊκοί έχουν ο καθένας, ανάλογα με τα χαρίσματά του, το δικό του διακόνημα μέσα στην Εκκλησία.
«Ένα σώμα αποτελείτε όλοι κι ένα πνεύμα σας ενώνει, όπως μία είναι η ελπίδα για την οποία σας κάλεσε ο Θεός. Ένας Κύριος υπάρχει, μία πίστη, ένα βάπτισμα. Ένας Θεός και Πατέρας όλων, που κυριαρχεί σ’ όλους, ενεργεί μέσα απ’ όλους και κατοικεί σε όλους σας». ( Εφεσίους δ΄ 1-6).
Η Εκκλησία είναι:
• ΜΙΑ, γιατί στηρίζεται στην ενότητα του Ενός Θεού. (Πατέρα, Υιού και Αγίου Πνεύματος).Η ενότητα της Εκκλησίας εντοπίζεται στο δόγμα το ήθος τη λατρεία και τα έθιμα αυτής. Η Εκκλησία είναι μία γιατί ένα είναι το δόγμα της και μια η πίστη της. Την ενότητα αυτή καταλύουν οι αιρέσεις και τα σχίσματα. Γι' αυτό η Εκκλησία απομάκρυνε αυτά τα αιρετικά κινήματα από το σώμα της, πρώτα για να περισώσει  την ενότητά της και ύστερα για να προστατεύσει τα μέλη της από την διαβρωτική τους ενέργεια.
• ΑΓΙΑ, επειδή είναι χωρισμένη από κάθε αμαρτία, γιατί και ο Θεός είναι Άγιος. Άγιοι είναι και οι άνθρωποι που είναι μέλη της Εκκλησίας, που αν και πρόσκαιρα αμαρτάνουν στη συνέχεια συγχωρούνται γιατί αγωνίζονται και διώχνουν από μέσα τους τις αδυναμίες τους.
• ΚΑΘΟΛΙΚΗ, γιατί υπάρχει σ' όλη την οικουμένη, από την μια άκρη της γης ως την άλλη.  Ακόμα γιατί διδάσκει με τρόπο ακέραιο και χωρίς παραλείψεις όλα τα δόγματα που πρέπει να γνωρίζουν οι άνθρωποι, για τα ορατά και τα αόρατα πράγματα, για τα επουράνια και τα επίγεια. Και ακόμα γιατί φέρνει την αληθινή λατρεία σε όλες τις κατηγορίες ανθρώπων, άρχοντες και αρχόμενους, λόγιους και αγράμματους. Γιατί τέλος, γιατρεύει και θεραπεύει καθολικά κάθε είδους αρετή που εκδηλώνεται με έργα με λόγια και γενικά με παντοειδή πνευματικά χαρίσματα.

• ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ, γιατί διατηρεί ανόθευτη και απαραχάρακτη την Αποστολική διδασκαλία και Παράδοση και επειδή οι επίσκοποι που την ποιμαίνουν είναι διάδοχοι των αγίων Αποστόλων. Σημείο αυθεντικότητας της Εκκλησίας είναι όχι μόνο η αποστολική διαδοχή αλλά και η αποστολική διδαχή, ότι δηλαδή αληθινό παρέλαβαν οι απόστολοι και παρέδωσαν στους επισκόπους ως παρακαταθήκη πίστεως. Η Εκκλησία είναι αποστολική στο μέτρο που διατηρεί ακέραιη τη διδασκαλία των αποστόλων.  

Β' Γυμνασίου Η παραβολή του κακού δούλου.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΗ' (18)
Η παραβολή του κακού δούλου.
23 Διὰ τοῦτο μοιάζει βασιλεία τῶν οὐρανῶν μὲ ἕνα βασιλέα, ὁποῖος ἠθέλησε νὰ λογαριασθῇ μὲ τοὺς δούλους του.
24 Ὅταν δὲ ἄρχισε νὰ λογαριάζεται, τοῦ ἔφεραν ἕναν ποὺ χρωστοῦσε δέκα χιλιάδες τάλαντα.
25 Ἐπειδὴ δὲ αὐτὸς δὲν εἶχε νὰ τὰ πληρώσῃ, διέταξε ὁ κύριός του νὰ πωληθῇ αὐτὸς καὶ ἡ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του καὶ ὅλα ὅσα εἶχε καὶ νὰ ἐπιστραφοῦν τὰ ὀφειλόμενα.
26 Τότε ἔπεσε ὁ δοῦλος εἰς τὰ πόδια του καὶ τοῦ ἔλεγε, «Κύριε, κάνε ὑπομονὴ καὶ ὅλα θὰ σοῦ τὰ ἐπιστρέψω».
27 Καὶ ὁ κύριος τοῦ δούλου τὸν σπλαγχνίσθηκε, τὸν ἄφησε ἐλεύθερον καὶ τοῦ ἐχάρισε τὸ χρέος.
28 Μόλις ἐβγῆκε ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, συνήντησε ἕνα ἀπὸ τοὺς συνδούλους του, ποὺ τοῦ χρωστοῦσε ἑκατὸ δηνάρια. Καὶ τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὸν λαιμὸ καὶ τοῦ ἔλεγε, «Δός μου ὅσα μοῦ χρωστᾶς».
29 Ὁ δὲ σύνδουλός του ἔπεσε εἰς τὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε λέγων, «Κάνε ὑπομονὴ καὶ θὰ σοῦ τὰ ἐπιστρέψω».
30 Αὐτὸς ὅμως δὲν ἤθελε, ἀλλὰ ἐπῆγε καὶ τὸν ἔβαλε εἰς τὴν φυλακὴν ἕως ὅτου ἐπιστρέψῃ τὰ ὀφειλόμενα.
31 Ὅταν οἱ σύνδουλοί του εἶδαν ὅτι συνέβη, ἐλυπήθηκαν πάρα πολὺ καὶ ἦλθαν καὶ ἐξήγησαν εἰς τὸν κύριόν τους ὅλα ὅσα εἶχαν συμβῇ.
32 Τότε ὁ κύριός του τὸν ἐκάλεσε καὶ τοῦ λέει, «Δοῦλε, πονηρέ, ὅλο τὸ χρέος ἐκεῖνο σοῦ τὸ ἐχάρισα, διότι μὲ παρεκάλεσες.
33 Δὲν ἔπρεπε καὶ σὺ νὰ ἐλεήσῃς τὸν σύνδουλό σου, ὅπως καὶ ἐγὼ σὲ ἐλέησα;».
34 Καὶ ὠργισμένος ὁ κύριός του τὸν παρέδωκε εἰς τοὺς βασανιστάς, ἕως ὅτου ἐπιστρέψῃ ὅλα ὅσα τοῦ χρωστοῦσε.
35 Ἐτσι καὶ ὁ Πατέρας μου ὁ οὐράνιος θὰ σᾶς συμπεριφερθῇ, ἐὰν ὁ καθένας σας δὲν συγχωρῇ τὸν ἀδελφόν του μὲ ὅλην σας τὴν καρδιά».
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΘ' (19)
Περὶ διαζυγίου

1 Καὶ ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐτελείωσε τοὺς λόγους αὐτούς, ἔφυγε ἀπὸ τὴν Γαλιλαίαν καὶ ἦλθε εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Ἰουδαίας πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνην.
2 Τὸν ἀκολούθησε δὲ πολὺς κόσμος καὶ τοὺς ἐθεράπευσεν ἐκεῖ.
3 Καὶ ἦλθαν εἰς αὐτὸν οἱ Φαρισαῖοι, μὲ σκοπὸν νὰ τὸν πειράξουν, καὶ τοῦ εἶπαν, «Ἐπιτρέπεται νὰ χωρίζῃ κανεὶς τὴν γυναῖκα του διὰ κάθε αἰτίαν;»
4 Αὐτὸς τοὺς ἀπεκρίθη, «Δὲν ἐδιαβάσατε ὅτι ὁ Δημιουργὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοὺς ἐδημιούργησε ἄνδρες καὶ γυναῖκες, καὶ εἶπε,
5 «Διὰ τοῦτο ὁ ἄνθρωπος θὰ ἐγκαταλείψῃ τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα καὶ θὰ προσκολληθῇ εἰς τὴν γυναῖκα του, καὶ οἱ δύο θὰ γίνουν μία σάρκα;».
6 Ὥστε δὲν εἶναι πλέον δύο ἀλλὰ μία σάρκα. Ἐκεῖνο, λοιπόν, ποὺ ὁ Θεὸς ἕνωσε, ὁ ἄνθρωπος ἂς μὴ τὸ χωρίζῃ».
7 «Γιατὶ λοιπόν», τοῦ λέγουν, «ὁ Μωϋσὴς διέταξε νὰ δίδουν ἕνα ἔγγραφον διαζυγίου καὶ νὰ χωρίζουν;»
8 Αὐτὸς τοὺς λέγει, «Ὁ Μωϋσὴς ἐξ αἰτίας τῆς σκληροκαρδίας σας, σᾶς ἐπέτρεψε νὰ χωρίζετε  τὶς γυναῖκες σας, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἔτσι ἀπὸ τὴν ἀρχήν.


ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Κ' (20)
Ἡ παραβολὴ τῶν ἐργατῶν τοῦ ἀμπελῶνος

1 «Διότι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μοιάζει μὲ ἄνθρωπον οἰκοδεσπότην, ὁ ὁποῖος μόλις ἐξημέρωσε, ἐπῆγε νὰ μισθώσῃ ἐργάτας διὰ τὸ ἀμπέλι του.
2 Ἀφοῦ δὲ συμφώνησε μὲ τοὺς ἐργάτας ἀπὸ ἕνα δηνάριον τὴν ἡμέραν, τοὺς ἔστειλε στὸ ἀμπέλι του.
3 Καὶ ὅταν ἐβγῆκε περὶ τὴν τρίτην ὥραν, εἶδε ἄλλους νὰ στέκωνται εἰς τὴν ἀγορὰν χωρὶς δουλειά.
4 Καὶ εἰς ἐκείνους εἶπε, «Πηγαίνετε καὶ ἐσεῖς στὸ ἀμπέλι καὶ ὅ,τι εἶναι σωστὸ θὰ σᾶς δώσω». Ἐπῆγαν καὶ ἐκείνοι.
5 Πάλιν ὅταν ἐβγῆκε κατὰ τὴν ἕκτην καὶ τὴν ἐνάτην ὥραν, ἔκανε τὸ ἴδιο.
6 Ὅταν ἐβγῆκε κατὰ τὴν ἑνδεκάτην ὥραν, εὑρῆκε ἄλλους νὰ στέκωνται χωρὶς δουλειὰ καὶ τοὺς λέγει, «Γιατὶ στέκεσθε ἐδῶ ὅλην τὴν ἡμέραν χωρὶς δουλειά;»
7 Λέγουν σ’ αὐτόν, «Διότι κανένας δὲν μᾶς ἐμίσθωσε». Καὶ αὐτὸς τοὺς λέγει, «Πηγαίνετε καὶ σεῖς στὸ ἀμπέλι καὶ θὰ πάρετε ὅ,τι εἶναι σωστό».
8 Ὅταν ἐβράδιασε λέγει ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ ἀμπελιοῦ εἰς τὸν ἐπίτροπόν του, «Φώναξε τοὺς ἐργάτας καὶ δῶσε τους τὸ ἡμερομίσθιον, ἀφοῦ ἀρχίσῃς ἀπὸ τοὺς τελευταίους μέχρι τῶν πρώτων».
9 Ὅταν ἦλθαν ἐκείνοι, ποὺ τοὺς προσέλαβε κατὰ τὴν ἑνδεκάτην ὥραν, ἐπῆραν ἀπὸ ἕνα δηνάριον.
10 Ὅταν ὴλθαν οἱ πρῶτοι, ἐνόμισαν ὅτι θὰ πάρουν περισσότερα, ἀλλὰ ἐπῆραν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ ἕνα δηνάριον.
11 Καὶ ὅταν τὸ ἐπῆραν, παρεπονοῦντο κατὰ τοῦ οἰκοδεσπότου καὶ ἔλεγαν,
12 «Αὐτοὶ οἱ τελευταίοι ἐργάσθηκαν μίαν ὥραν καὶ τοὺς ἔκανες ἴσους μ’ ἐμᾶς, ποὺ ἐβαστάξαμε τὸ βάρος τὴς ἡμέρας καὶ τὴν ζέστη».
13 Αὐτὸς δὲ ἀπεκρίθη εἰς ἕνα ἀπὸ αὐτούς, «Φίλε, δὲν σὲ ἀδικῶ. Δὲν συμφώνησες μαζί μου ἕνα δηνάριον;
14 Πάρε ὅ,τι συμφωνήσαμε καὶ φύγε· ἐγὼ θέλω σὲ τοῦτον τὸν τελευταῖον νὰ δὠσω ὅσα καὶ σὲ σένα.
15 Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ κάνω μὲ τὴν περιουσίαν μου ὅ,τι θέλω; Ἢ εἶναι πονηρὸ τὸ μάτι σου, ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι καλός;»
16 Ἔτσι οἱ τελευταῖοι θὰ γίνουν πρῶτοι, καὶ οἱ πρῶτοι τελευταῖοι. Πολλοὶ εἶναι οἱ καλεσμένοι, ὀλίγοι ὅμως εἶναι οἱ ἐκλεκτοί».