Α΄και Β'
Οικουμενική Σύνοδο
Το 325 στη Νίκαια της Βιθυνίας ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α΄ συγκάλεσε την Πρώτη
Σύνοδο της Νίκαιας ή Α΄ Οικουμενική Σύνοδο με σκοπό
την αποκατάσταση της ειρήνης στα εκκλησιαστικά ζητήματα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Η σύνοδος καταδίκασε
τη διδασκαλία του Αρείου, συνέταξε το Σύμβολο της Νίκαιας που καθιέρωσε τον
όρο ομοούσιος και όρισε τον εορτασμό του Πάσχα την πρώτη
Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Με τη Σύνοδο αυτή η Εκκλησία
εντάχθηκε στις επίσημες δομές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ο συνοδικός θεσμός
έγινε θεμελιώδους σημασίας για τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό Επίσης, αποτέλεσε το
πρότυπο για τις μελλοντικές Οικουμενικές Συνόδους. Στόχος ήταν η
καταπολέμηση των αιρετικών διδασκαλιών, και ο αγώνας αναίρεσης της λανθασμένης,
θεολογίας και η καταστολή της ηθικής διαφθοράς.
Τον Δ΄ αιώνα
μετά το τέλος των Διωγμών εμφανίστηκε η πρώτη μεγάλη δογματική απειλή για την
επίσημη χριστιανική θρησκεία. Ήταν η διδασκαλία του Αρείου. Το πρόβλημα που
βασάνιζε τον Άρειο ήταν η αιώνια γέννηση του Θείου Λόγου. Δίδασκε, λοιπόν, ότι
ο Υιός δεν είναι κατά φύση και κατ ουσίαν αληθινός Θεός. Δημιουργήθηκε από το
Θεό - Πατέρα κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή «εν χρόνω». Για το λόγο αυτό
δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί αγέννητος. Ήταν επομένως, ένα απλό κτίσμα του
Θεού. Ως κτίσμα, λοιπόν, ο Υιός και ο Λόγος του Θεού δεν είναι συνάναρχος και
συναΐδιος (αιώνιος) προς τον Πατέρα, αλλά δημιουργήθηκε με την θέληση του
Πατρός, ενώ τα άλλα κτίσματα δημιουργήθηκαν από το Θεό δια μέσου του Υιού. Η
συνδημιουργία του κόσμου από το Θεό και τον Υιό δε σημαίνει ότι ο δεύτερος
μετείχε στη φύση ή στην ουσία του Θεού ούτε ότι ήταν κατά φύση αληθινός Θεός. Ο
Άρειος υποστήριζε την απόλυτη μοναρχία της θεότητας και δεχόταν ένα Θεό
αγέννητο και άναρχο. Επομένως, πριν από τη δημιουργία του Υιού ήταν απόλυτη η
«μοναρχία» του μόνου αγέννητου και άναρχου Θεού. Έκδηλο είναι ότι ο Άρειος
χρησιμοποιεί τις θεολογικές έννοιες της πατρότητας και της υιότητας μεταφορικά
και κατ' αναλογία προς την ανθρώπινη ζωή, κατά την οποία ο πατέρας προηγείται
χρονικά του υιού του. Επιχειρεί, λοιπόν, να εξηγήσει με βάση τις ανθρώπινες
σχέσεις τις σχέσεις των Προσώπων της Αγίας Τριάδος.
Την αιρετική
διδασκαλία του Αρείου ανέλαβε να ανασκευάσει ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας
Αλέξανδρος με τη βοήθεια του Μεγάλου Αθανασίου. Η φράση που υπήρξε
κλειδί εναντίον της αρειανικής δοξασίας είναι το "ομοούσιον τω Πατρί",
η λέξι αυτή υπήρχε στην ελληνική φιλοσοφία. Ο Υιός είναι ομοούσιος με τον
Πατέρα, δηλαδή έχει την ίδια ουσία με τον Πατέρα. Άρα ο Υιός δεν είναι κτίσμα,
ξένο και ανόμοιο της ουσίας του Θεού, ούτε έλαβε την ύπαρξή του κάποια στιγμή
στον χρόνο. Το ομοούσιο αναδεικνύει την πληρότητα της θεότητας του Χριστού, και
δεν υπάρχει ιδιότητα του Πατέρα που να μην την έχει και αυτός.
Η Σύνοδος
καταδίκασε τον Άρειο, και τη διδασκαλία του. Εξέδωσε 20 ιερούς κανόνες και το
Σύμβολο της Νίκαιας.
Μετά την Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας εμφανίστηκαν στην Εκκλησία και
νέοι αιρετικοί, όπως οι Πνευματομάχοι ή Μακεδονιανοί, υπό τον αιρεσιάρχη
Μακεδόνιο Κωνσταντινουπόλεως και άλλοι που προσείλκυαν πολλούς οπαδούς.Το χριστολογικό ζήτημα τέθηκε εξ αιτίας της αιρέσεως του Απολιναρίου Λαοδικείας. Ο Απολινάριος (390 μ.Χ.), δίδασκε ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός που κατά την Ενανθρώπιση έλαβε μόνο σάρκα («Θεός σαρκοφόρος»), δηλαδή ανθρώπινο σώμα χωρίς ψυχή. Η ανθρώπινη φύση μετά την ένωση πρέπει να θεωρηθεί ότι απορροφήθηκε από την θεότητα του Λόγου, έτσι ώστε ο Χριστός να μην είναι τέλειος άνθρωπος, αλλά μόνο τέλειος Θεός. Αν ο Λόγος δεν προσέλαβε την ανθρώπινη ψυχή τότε είναι αδύνατη και η σωτηρία του ανθρώπου. Ο Χριστός δηλαδή μας σώζει με το να γίνει ότι είμαστε κι εμείς· μας θεραπεύει παίρνοντας την ανθρώπινη φύση μέσα στον εαυτό του, «προσλαμβάνοντάς» την, έτσι που να είναι δική του. Ο Χριστός δεν πήρε μόνο ένα ανθρώπινο σώμα, σαν το δικό μας, αλλά κι ανθρώπινο πνεύμα, νου και ψυχή σαν τα δικά μας
Οι Πνευματομάχοι ή Μακεδονιανοί αρνούνταν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, θεωρώντας αυτό «κτίσμα και όχι Θεό, ούτε ομοούσιο με τον Πατέρα και τον Υιό». Στη διδασκαλία του Απολιναρίου και του Μακεδονίου αντέδρασαν από πολύ νωρίς οι Πατέρες της Εκκλησίας και τους καταδίκασαν. Η οριστική όμως καταδίκη της αιρετικής τους κακοδοξίας έγινε από τη Β' Οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 381 μ.Χ. υπό του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μεγάλου. Συμμετείχαν σε αυτήν εκατόν πενήντα Πατέρες. Η Β' Οικουμενική Σύνοδος απέκτησε μεγάλη σημασία για τον Χριστιανισμό προ πάντων διότι συμπλήρωσε το ιερό Σύμβολον της Πίστεως. Η σπουδαιότητα της παρούσης Συνόδου και του Συμβόλου αυτής έγκειται κυρίως στην ολοκλήρωση του Τριαδικού δόγματος, διά της θεσπίσεως της Τριαδικής Θεότητας και της «ἐκ τοῦ Πατρὸς» εκπορεύσεως του Πνεύματος. Αυτή κατά πρώτο και κύριο λόγο διετύπωσε πληρέστερα και ακριβέστερα το ιερό Σύμβολον της Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως, το «Πιστεύω», επειδή τα μεν επτά πρώτα άρθρα συντάχθηκαν υπό της Α' Οικουμενικής Συνόδου το 325 μ.Χ., τα δε πέντε τελευταία από τη Β' Οικουμενική Σύνοδο, εναντίον της Πνευματομαχίας που αρνιόταν τη Θεότητα του Τρίτου Προσώπου της Αγίας Τριάδος. Το ιερόν Σύμβολον της Πίστεως, το «Πιστεύω», απαγγέλεται από όλους τους Χριστιανούς ως ομολογία πίστεως, και ως λειτουργικό κείμενο στη θεία λατρεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εκείνο το οποίο υπογραμμίζει ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης στη Σύνοδο είναι ότι ο Ίδιος ο Κύριος συνδέει το Πνεύμα με τον Πατέρα και τον Υιό, δεδομένου ότι έχει όλα τα χαρακτηριστικά της θείας φύσεως και είναι ζωοποιόν, άγιον, αΐδιον(αιώνιο), σοφόν, κυρίαρχο. Αυτή η κοινότητα των Ονομάτων αποδεικνύει ότι ουδεμία διαφορά υπάρχει στην ενέργεια μεταξύ Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Γι' αυτό ο ιερός Πατέρας αναγράφει ότι «μία είναι η ζωή μας, η πίστη εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα, που πηγάζει ἐκ τοῦ Πατρός, πραγματώνεται διαμέσου του Υιού , και ολοκληρώνεται από το Άγιο Πνεύμα. Στην ερώτηση των Πνευματομάχων πως είναι δυνατόν το Πνεύμα να είναι ισότιμο προς τον Πατέρα και τον Υιό, εφ' όσον ο Πατέρας μεν είναι Δημιουργός, δι' Υιού δε τα πάντα δημιουργήθηκαν, απαντά ότι τα πάντα κτίσθηκαν εν Αγίω Πνεύματι και εξαίρει το συναΐδιον και αχώριστον των Τριών Προσώπων της Αγίας Τριάδος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου