Διάταγμα
των Μεδιολάνων
Διάταγμα των Μεδιολάνων (αλλιώς
και διάταγμα του Μιλάνου, καθώς τα Μεδιόλανα είναι
το - από τα λατινικά εξελληνισμένο - όνομα του σημερινού Μιλάνου της Ιταλίας) ονομάζεται το διάταγμα της θέσπισης της ανεξιθρησκίας στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, με το οποίο ο Μέγας Κωνσταντίνος σταμάτησε τους διωγμούς
των χριστιανών το 313 μ.Χ. Με το
διάταγμα νομιμοποιήθηκε η χριστιανική Εκκλησία ως «επιτρεπομένη θρησκεία» (βλ.Religio licita),
οι οπαδοί της οποίας έπρεπε να προσεύχονται στον δικό τους θεό για την ευτυχία
του κράτους. Με αυτή την κίνηση ο Κωνσταντίνος δεν έκανε το Χριστιανισμό
επίσημη θρησκεία της Αυτοκρατορίας, απλώς εγγυήθηκε την ανοχή του κράτους
απέναντι στους χριστιανούς. Παρόλο που το διάταγμα ίσχυε οι διωγμοί σταμάτησαν
μόνο όταν ο Κωνσταντίνος έγινε μονοκράτορας (324). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι
χριστιανοί να μην κρύβονται και κατά συνέπεια να μην χρησιμοποιούν τις
κατακόμβες ως μέρος για να κρύβονται και να τελούν τις θρησκευτικές τους
τελετές.
Ο Κωνσταντίνος και
ο Χριστιανισμός
Ένα πολυσυζητημένο
και μελετημένο υπό ποικίλα πρίσματα κεφάλαιο της ζωής και της πολιτικής του
Κωνσταντίνου είναι η σχέση του με το Χριστιανισμό. Έχει ήδη προαναφερθεί ότι ο
Κωνσταντίνος αξιοποίησε χωρίς διακρίσεις τους χριστιανούς στο στρατό του,
εφάρμοσε στην επικράτειά του την αρχή της ανεξιθρησκίας και προστάτεψε έμπρακτα
τις χριστιανικές κοινότητες με διάφορους τρόπους . Έχει λεχθεί ότι ο
Κωνσταντίνος επέλεξε την ανοχή προς τον Χριστιανισμό ώστε να ενδυναμωθεί η
εσωτερική συνοχή του ρωμαϊκού κράτους, το οποίο είχε επί 60 έτη μια πολύπλευρη
κρίση.
Το πρώτο διάταγμα
που ευνοούσε τον χριστιανισμό εκδόθηκε το 311 από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα
Γαλέριο, που υπήρξε ένας από τους πιο άγριους διώκτες του. Το διάταγμα αυτό
αναγνώριζε το νόμιμο δικαίωμά τους να υπάρχουν. «Οι Χριστιανοί», έγραφε το
διάταγμα, «μπορούν να υπάρχουν και να συναθροίζονται, εφόσον δεν κάνουν τίποτε
το αντίθετο προς το κοινό καλό, και υποχρεούνται να προσεύχονται στον Θεό τους
για το καλό μας, το καλό της πολιτείας και το δικό τους».
Από τα διάφορα
μέτρα που θέσπισε μεγαλύτερη σημασία για τους χριστιανούς είχαν η επιστροφή της
δημευμένης περιουσίας τους κατά τις περιόδους των διωγμών και το δικαίωμα που
αποκτούσαν να αυξήσουν αυτή την περιουσία. Ο κάθε άνθρωπος επίσης θα μπορούσε
πια να κληροδοτήσει την ιδιοκτησία του στην Εκκλησία, η οποία πάλι αποκτούσε το
δικαίωμα της κληρονομιάς. Έτσι αναγνωριζόταν και η νομική υπόσταση της κάθε
χριστιανικής κοινότητας. Ακόμη ο Κωνσταντίνος ενίσχυσε την ηθική θέση που είχαν
οι επίσκοποι στις κοινωνίες τους. Τους παραχώρησε το δικαίωμα να επιλύουν τις
ιδιωτικές διαφορές του ποιμνίου τους, όχι με την ιδιότητα του δικαστή, αλλά
περισσότερο ως διαιτητές. Οι αποφάσεις των επισκοπικών δικαστηρίων
αναγνωρίζονταν από το κράτος, ακόμη και για θέματα μη εκκλησιαστικά. Η επισκοπική
δικαιοδοσία, όπως λεγόταν, ήταν μία ευνοϊκή για τους Χριστιανούς
θεσμοθέτηση, αφού οι Χριστιανοί είχαν πολύ μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους
επισκόπους από ότι στους δικαστές τις πολιτείας. Επίσης οι επίσκοποι
απαλλάχτηκαν από όλες τις δημόσιες υποχρεώσεις και τα οικονομικά βάρη που τους
αντιστοιχούσαν. Επιπλέον μέτρα ήταν η απαγόρευση της εργασίας την Κυριακή,
καθώς και σε άλλες μεγάλες κατά τους Χριστιανούς γιορτές, όπως τα Χριστούγεννα. Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν οι
αυτοκρατορικές χορηγίες, με τις οποίες ανεγέρθηκαν χριστιανικοί ναοί. Μεταξύ
αυτών των ναών είναι και οι χριστιανικοί ναοί της Ανάστασης, της Γέννησης και
του Όρους των Ελαιών στους χριστιανικούς Αγίους Τόπους.
Με όλα αυτά τα
θεσπίσματα, και παρόλο που ο ίδιος ήταν κατηχούμενος στο Χριστιανισμό, ο
Κωνσταντίνος διατήρησε το αξίωμα τού pontifex maximus (μέγιστος
ιερέας)της κύριας θεότητας του ρωμαϊκού κράτους, του Δία, που αποτελούσε το ανώτατο αξίωμα της
αυτοκρατορικής θρησκείας που ασκούσε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας. Κατά τη διάρκεια
της ζωής του χρησιμοποιούσε τις εκφράσεις «Ημέρα του Ήλιου» (Dies Solis)
και «Ανίκητος Ήλιος» (Sol Invictus), για να συμμετέχει στη λατρεία του
Μίθρα, ο Μίθρας ταυτίστηκε με
τον θεό του Ήλιου και
την λατρεία του Ήλιου. Ο μιθραϊσμός ασκούνταν στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία από τον 1ο αιώνα π.Χ. ως τον 5ο αιώναμ.Χ. Είναι
δε βέβαιο ότι ο Κωνσταντίνος υπήρξε υποστηρικτής της λατρείας του Ήλιου,
έχοντας κληρονομήσει την αφιέρωση του αυτή στον Ήλιο από την οικογένειά
του. Δεν στέρησε τους οπαδούς της αρχαίας θρησκείας από τα δικαιώματά τους
ούτε έπαψε παράλληλα να στηρίζει την παραδοσιακή θρησκεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.Το κράτος
εξακολουθούσε να καλύπτει τα έξοδα για τις διάφορες γιορτές και τελετές των
εθνικών, στα νομίσματα παρέμειναν για αρκετά χρόνια τα συναφή σύμβολα, ενώ
αναφέρεται ότι ίδρυσε ακόμη και ναούς για τους πιστούς της ρωμαϊκής λατρείας.
Στα Ιεροσόλυμα, κτίστηκε ο ναός της Ανάστασης του Χριστού. Οι
περιοχές που έζησε ο Ιησούς είχαν χαρακτηριστεί ως άγιοι και θεοβάδιστοι για
τους χριστιανούς, ιδιαίτερα ύστερα από τις εκτεταμένες ανασκαφές που διεξήγαγε
εκεί η Αγία Ελένη.
Ο Κωνσταντίνος,
ακολουθώντας τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του πατέρα του, είχε υιοθετήσει
τον ενοθεϊσμό, την πίστη δηλαδή σε έναν υπέρτερο θεό και
στην ύπαρξη άλλων μικρότερων θεοτήτων. Λάτρευε ως ύψιστο θεό το θεό Ήλιο (Μίθρα) και τη θεά Νίκη με σαφή
συγκρητισμό, με ανάμειξη δηλαδή στοιχείων από την αρχαία ελληνική θρησκεία και
από ανατολικές θρησκείες. Το πέρασμα από τον ενοθεϊσμό στο μονοθεϊσμό δεν
θα πρέπει να ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Ίσως ο Κωνσταντίνος δυσκολεύτηκε να
υποτάξει την ορμητική του προσωπικότητα στο ασκητικό και συγχωρητικό πνεύμα του
Χριστιανισμού. Η αποδοχή του Χριστιανισμού από τον Κωνσταντίνο πρέπει να
θεωρηθεί όχι ως γεγονός που έλαβε χώρα εν μιά νυκτί, αλλά μάλλον ως μια πορεία
ζωής που ολοκληρώθηκε με τη βάπτισή του την ημέρα του θανάτου του. 

Εξαιρετικής
σημασίας είναι το γεγονός πως με τον Κωνσταντίνο πραγματοποιήθηκε η μετάβαση
από τον αυτοκράτορα-θεό στον ελέω θεού αυτοκράτορα.
Η πεποίθηση αυτή σφραγίζει όλο το Μεσαίωνα της Ευρώπης και αναπόφευκτα επηρεάζει και την
πολιτική σκέψη. Στην πολυθεϊστική παραδοσιακή θρησκεία της Ρώμης ο αυτοκράτορας
ήταν ένας ακόμη θεός επί γης και έπειτα από το θάνατό του επέστρεφε στο Πάνθεο.
Στο μονοθεϊστικό χριστιανισμό αυτή η θεωρία ήταν εξ ορισμού ασύμβατη. Έτσι ο
ίδιος ο Κωνσταντίνος προσδιόρισε το ρόλο του χριστιανού αυτοκράτορα ως του
ανθρώπου που θέσει υποχρεούται να φροντίζει τους πιστούς της νέας θρησκείας.
Χαρακτηριστική είναι η προτροπή του προς τους υπηκόους του και τους
αξιωματούχους του να ασπαστούν το Χριστιανισμό και η άποψή του ότι πρέπει να
βοηθήσει τους επισκόπους στη διάδοση της θρησκείας τους. Ο ίδιος πίστευε ότι ο
Θεός τού είχε αναθέσει την ειδική αποστολή να φέρει την αρμονία στο κράτος και
την εκκλησία. Η εκκλησία, αντίστοιχα, τον θεωρούσε δούλο Θεού και την
μεταστροφή του θεία ενέργεια που αποσκοπούσε στην επέκταση του χριστιανισμού.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου